Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2011

Τα δικα μου καλαντα.

..χαιρει, χαιρει η φυσις ολη.
κι αυτα τα Χριστουγεννα, και καθε Χριστουγεννα.
Δεν χαιρεται ομως η ψυχη και δεν πετα ο νους μας.
τοσα βαριδια, τοσα φορτια
τοσα ψεματα και ελλειμματα
τοσες ανεπαρκειες και ενδειες.
τοση φαυλοτητα και μισαλλοδοξια.
τοση κενοδοξια.
τοσοι αν-υπαρκτοι.
τοσοι τουριστες.
τοσες μασκες.
τοση αν-αιδεια
τοση vulgarite.
τοση α-παιδευσία
τοση αν-αισθησια
τοση επιφυλαξη...
γιατι
ο φοβος
το κυνηγι των μαγισσων
η αλαζονεια
η τσακισμενη παιδικοτητα
η υστερικη ενηλικιωση
η απ-ουσια
ο λαθρα βιος
ο αν-εξεταστος
γιατι
τα 100 δανεισμενα τετραγωνικα
τα 1000 "δωρημενα" τετραγωνικα
το βιος μας και
το εχειν μας
η δοξα και
η κρυψωνα
γιατι τιποτα
δεν μπορει να Αναψει την Φλογα
που Απαιτει η Ζωη για να Υπαρχεις.


Χρονια πολλα!

καλα Χριστουγεννα!

Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2011

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

πιο Ανθρωποι απο ποτε.







Καποτε η μεταβαση μιας εποχης στην αλλη, οι αλλαγες ηταν βραδειες. σημερα ειναι αστραπιαιες. ο ανθρωπος, εμεις, διακρινεται απο το ποσο ετοιμος ειναι να δεχτει την δυναμικη της εξελιξης. επειδη εδω, οπως και πολλες φορες στην ιστορια η εξελιξη σημαινει καταστροφη μενει μονο να περισωσουμε, ο,τι πραγματι ειχαμε δικό μας. ο,τι δεν μας δανεισε κανενας κι ο,τι δεν οφείλουμε σε δοτες. ο,τι κατακτησαμε παλευοντας τον εαυτο μας και την ανορθογραφια των ρυπων. μας κατεκλυσαν, ειναι αληθεια. διολισθησαμε, πιθανον, ειναι παλι αληθεια. ομως δεν υπο-ταξαμε το νου μας στον πλαστικο περιγυρο και στις κελευσματικες φωνες των πασης φυσεως συν-οδοιπορων. δεν καταστηκαμε συνεργοι, συνενοχοι και συνεπιβατες στο τραινο της δυσωδους οσμης. ορισαμε, καπως, οσο, την ιδιωτικο μας οδο εναρμονοζοντας την με την δημοσια. και αποφυγαμε την διχαστικη σχιζοφρενεια των διπλων και πολλαπλων ζωών και αντιγραφων, κατα το κοντοπροθεσμο συμφερον.
ετσι λοιπον θα πορευτουμε. ισως πιο μονοι απο ποτε. ισως πιο "ξενοι" απο ποτε. Αλλα περισσοτερο Ανθρωποι απο ποτε.

Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2011

Εκει Πολυτεχνειο.

ΟΣΟ θα βαζουμε τα δαχτυλο να πειστουμε για τις πληγες, τοσο οι πληγες θα αιμορραγουν.








Η κ. υπουργος της εκπαιδευσης δεν κατεθεσε στεφανι διοτι διαφωνει με τον τροπο εορτασμου της επετειου...ειπε.
δεν γνωριζει αραγε οτι δεν ειναι προσωπικη επετειος για να την τιμησει οπως επιθυμει;
ή δεν γνωριζει οτι δεν ενδιαφερει η προσωπικη, αλλα η θεσμικη της σταση;

Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2011

Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2011

καλημερα!

Ω ναι, ξέρω καλά πως δεν χρειάζεται καράβι για να ναυαγήσεις,πως δεν χρειάζεται ωκεανός για να πνιγείς.
Υπάρχουνε πολλοί που ναυαγήσαν μέσα στο κουστούμι τους,μες στη βαθιά τους πολυθρόνα,πολλοί που για πάντα τους σκέπασε το πουπουλένιο πάπλωμά τους.
Πλήθος αμέτρητο πνιγήκαν μέσα στη σούπα τους, σ'ένα κουφάκι του καφέ,σ'ένα κουτάλι του γλυκού...Ας είναι γλυκός ο ύπνος τους εκεί βαθιά που κοιμούνται,ας είναι γλυκός κι ανόνειρος.
Κι ας είναι ελαφρύ το νοικοκυριό που τους σκεπάζει.




ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2011

Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2011

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2011

χρονια πολλα!

...Γύρισα τα μάτια. * δάκρυα γιομάτα
κατά το παραθύρι
Και κοιτώντας έξω * καταχιονισμένα
τα δέντρα των κοιλάδων
Αδελφοί μου, είπα * ως κι αυτά μια μέρα
κι αυτά θα τ' ατιμάσουν
Προσωπιδοφόροι * μες στον άλλον αιώνα
τις θηλιές ετοιμάζουν

Δάγκωσα τη μέρα * και δεν έσταξε ούτε
σταγόνα πράσινο αίμα
Φώναξα στις πύλες * κι η φωνή μου πήρε
τη θλίψη των φονιάδων
Μες στης γης το κέντρο * φάνηκε ο πυρήνας
που όλο σκοτεινιάζει
Κι η αχτίδα του ήλιου * γίνηκε, ιδέστε
ο μίτος του Θανάτου!

Ω πικρές γυναίκες * με το μαύρο ρούχο
παρθένες και μητέρες
Που σιμά στη βρύση * δίνατε να πιούνε
στ' αηδόνια των αγγέλων
Έλαχε να δώσει * και σ' εσάς ο Χάρος
τη φούχτα του γεμάτη
Μέσ' απ' τα πηγάδια * τις κραυγές τραβάτε
αδικοσκοτωμένων

Τόσο δεν αγγίζουν * η φωτιά με το άχτι
που πένεται ο λαός μου
Του Θεού το στάρι * στα ψηλά καμιόνια
το φόρτωσαν και πάει
Μες στην έρμη κι άδεια * πολιτεία μένει
το χέρι που μονάχα
Με μπογιά θα γράψει * στους μεγάλους τοίχους
ΨΩΜΙ ΚΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Φύσηξεν η νύχτα * σβήσανε τα σπίτια
κι είναι αργά στην ψυχή μου
Δεν ακούει κανένας * όπου κι αν χτυπήσω
η μνήμη με σκοτώνει
Αδελφοί μου, λέει * μαύρες ώρες φτάνουν
ο καιρός θα δείξει
Των ανθρώπων έχουν * οι χαρές μιάνει
τα σπλάχνα των τεράτων

Γύρισα τα μάτια * δάκρυα γιομάτα
κατά το παραθύρι
Φώναξα στις πύλες * κι η φωνή μου πήρε
τη θλίψη των φονιάδων
Μες στης γης το κέντρο * φάνηκε ο πυρήνας
που όλο σκοτεινιάζει
Κι η αχτίδα του ήλιου * γίνηκε, ιδέστε
ο μίτος του Θανάτου!...


Το αιτημα ιδιο. ..ψωμι, ελευθερια.
Κι οι προσωπιδοφοροι ..παντου.
κι η μερα διχως αιμα, διχως σχεδον αναπνοη.

ΟΜΩΣ,

...ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΡΟΠΟΣ ΝΑ ΧΑΘΟΥΝ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ.
ΓΙ ΑΥΤΑ ΟΙ ΕΞΟΡΙΕΣ ΔΟΥΛΕΥΟΥΝ..

Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011

"Eὐμενὴς ὁ Τροφώνιος καὶ ἵλεως δέξεται".

Το περιοδικό ΒΟΙΩΤΙΑ διοργανώνει στις 28 Οκτωβρίου 2011 εσπερίδα για το Τροφώνιο Μαντείο στη Λιβαδειά με τίτλο
"Eὐμενὴς ὁ Τροφώνιος καὶ ἵλεως δέξεται".
Θα μιλήσουν:

Ο Θεόδωρος Σπυρόπουλος, Επίτιμος Εφορος Αρχαιοτήτων, Επίκουρος Καθηγητής Προϊστορικής Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών, Ερευνητής Πανεπιστημίου Μονάχου με θέμα:
«Μαντική και νεκρομαντεία στην ελληνική αρχαιότητα. Τροφώνιο Μαντείο και Ιερά Αλση στη Βοιωτία».
Ο Αρχιμανδρίτης Δοσίθεος Καστόρης με θέμα: «Η έννοια της προφητείας στα όρια της βιβλικής παράδοσης»
Ο δικηγόρος και συγγραφεύς Σπυρίδων Φλώρος με θέμα: «Το Λεβαδειακό Ιερό και ο Ομηρος»
Ο ερευνητής Ευστάθιος Βαλλάς με θέμα: «Περί της τοποθεσίας του Μαντείου του Τροφωνίου»
Θα συντονίσει ο εκδότης του περιοδικού ΒΟΙΩΤΙΑ και πρόεδρος του Συλλόγου Οι Φίλοι του ΞΕΝΙΑ Λιβαδειάς Δημήτρης Λάμπρου.

Συνδιοργανωτές στην εσπερίδα για το Τροφώνιο Μαντείο είναι ο Σύλλογος Οι Φίλοι του ΞΕΝΙΑ Λιβαδειάς και ο Σύλλογος "Η Σκεπαστή Βρύση" Αγίας Παρασκευής.
Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στην αίθουσα του Επιμελητηρίου Βοιωτίας στις 28 Οκτωβρίου 2011 και ώρα 19:30.

Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2011

νεκρος...

χαθηκε ενας ανθρωπος, διαδηλωτης।
η απωλεια δεν ειναι αυταξια, ειναι συσχετιστικο ιδεομανες κομματικο συμβαν και εξηγειται, και καπηλευεται αναλογως της οπτικης।
τι να πολεμησεις τελικα, σ αυτην την δηλητηριασμενη ατμοσφαιρα;
και γιατι;
πώς να αισθανθεις συλλογικα, μ όλη αυτη την ελλειψη ιεραρχησης, τον εξευτελισμο και τον εγκατεστημενο φασισμο;
δεν ξερω, δεν απαντω λεγανε και το γελουσα।
ωστοσο μονο αφωνη και οργισμενη μπορω να ειμαι।

Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2011

υστερογραφο...στον φιλο

Υ.Γ

Μην πλανηθείς ότι κι αν πουν, κι ότι υποσχέσεις κι αν σου δώσουν μην πιστέψεις
Τα ίδια που ταξαν το ’74, αλλιώς τα είχαν πει και το ’50 κι’ ακόμη πιό παλιά, πάλι σε κοροΐδέψανε
Τράβα μπροστά,
μα μην χαρίζεις τούτη την πατρίδα, στους οκνηρούς και επιτήδειους
που την ιδιοποιήθηκαν

Viridiana

Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2011

Γραμμα σ εναν φιλο.

Ελεγα λοιπον, να μην γυρισεις πισω. Τίποτα δεν ειναι όπως το αφησες.
κυριαρχη ματια η απαθεια, κι υστερα η απογνωση.
κυριαρχη ανταπαντηση: -χαλια.
δρομοι βρωμικοι, εγκαταλειμενοι, στο ελεος του χρονου και των σκουπιδιών.
σχολεια καλλικρατικα, καταργημενα, συγχωνευμενα κι οι μαθητες της υπαιθρου χωρας στις μεταφορικες εταιρειες, χωρις τους φυσικους τους δασκαλους.
νοσοκομεια επισης σε συγχωνευση, οχι βεβαια τοση που να καταργηθουν ολοι οι προεδροι κι οι διοικητες..., αλλα τετοια που να ..καταργηθούν ! οι ασθενείς.
οχι, οι εκκλησιές, καλα κρατουν, αλλα δεν θυμαμαι να σε εκαιγε το θεμα.
αναβρασμος παντου, αλλα οχι συλλογικη συνειδηση, οχι κοινο μορφωμα. πληγη της ελληνικης κοινωνίας, ελεγες.
ναι, οι συνδικαλιστες, βεβαια, μαχονται. ναι για την τιμη της καρεκλας, της συννομης της εξουσιας...
Ναι απεναντι, στα εκτροφεια τους..
ναι, οι περισσοτεροι λενε: αντε να περασει η κριση, να ξαναγινουν ολα οπως πριν...
εκει λοιπον, κουφαινεσαι. εκει θες να γελασεις, να κλαψεις, να κραυγασεις, να φανει ωχρος μπροστα σου ο Μουνκ.
Ακου, φιλε: Ειναι δυσκολο πραγμα η κατανοηση της αντιστροφης του ρευματος.
Ειναι δυσκολο να πιστεψεις τις ανατροπες που ηταν βεβαιοτητες μισον σχεδον αιωνα.
Αλλα οφειλεις να το πιστεψεις.
οφειλεις να εισαι ετοιμος.
όπως ώφειλες να γνωριζεις οτι το μη χρηστο θα οδηγουσε στο α-χρηστο.
οπως ώφειλες να γνωριζεις οτι το λαθρα ζην θα οδηγουσε στο να εισαι ενα ακομα μεγεθος για εφεδρεια ή για 560 ε.
όπως ώφειλες να γνωριζεις οτι πρεπει να μαθαινεις απο τα λαθη σου. αλλιως τα ξανακανεις και τα πληρωνεις ακριβα.
εχω πολλα να σου γραψω, ακομα πιο πολλα να σου πω με χιλιους αλλους τροπους. θα σου ελεγα λοιπον, μεινε εκει και προκοψε, και ζησε, και φτιαξε τα ονειρά σου, γιατι εκει μπορει να εχεις ονειρα
γιατι εκει, μπορεις να συναντας αξιοπιστους ανθρωπους.
γιατι εκει δεν σε βαραινει το προπατορικο αμαρτημα που λεγεται μεταπολιτευτικη ελλαδα με τους ψευδεπιγραφους αρλεκινους της.
σε φιλω.

και γυρισε καπακι η ζωη...

Μαλαματένια λόγια

Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου


Μαλαματένια λόγια στο μαντήλι
τα βρήκα στο σεργιάνι μου προχθές
τ' αλφαβητάρι πάνω στο τριφύλλι
σου μάθαινε το αύριο και το χθες
μα εγώ περνούσα τη στερνή την πύλη
με του καιρού δεμένος τις κλωστές

Τ' αηδόνια σε χτηκιάσανε στην Τροία
που στράγγιξες χαμένα μια γενιά
καλύτερα να σ' έλεγαν Μαρία
και να 'σουν ράφτρα μες στην Κοκκινιά
κι όχι να ζεις μ' αυτή την κομπανία
και να μην ξέρεις τ' άστρο του φονιά

Γυρίσανε πολλοί σημαδεμένοι
απ' του καιρού την άγρια πληρωμή
στο μεσοστράτι τέσσερις ανέμοι
τους πήραν για σεργιάνι μια στιγμή
και βρήκανε τη φλόγα που δεν τρέμει
και το μαράζι δίχως αφορμή

Και σαν τους άλλους χάθηκαν κι εκείνοι
τους βρήκαν να γαβγίζουν στα μισά
κι απ' το παλιό μαρτύριο να 'χει μείνει
ένα σκυλί τη νύχτα που διψά
γυναίκες στη γωνιά μ' ασετυλίνη
παραμιλούν στην ακροθαλασσιά

Και στ' ανοιχτά του κόσμου τα καμιόνια
θα ξεφορτώνουν στην Καισαριανή
πώς έγινε με τούτο τον αιώνα
και γύρισε καπάκι η ζωή
πώς το 'φεραν η μοίρα και τα χρόνια
να μην ακούσεις έναν ποιητή

Του κόσμου ποιος το λύνει το κουβάρι
ποιος είναι καπετάνιος στα βουνά
ποιος δίνει την αγάπη και τη χάρη
και στις μυρτιές του ʼδη σεργιανά
μαλαματένια λόγια στο χορτάρι
ποιος βρίσκει για την άλλη τη γενιά

Με δέσαν στα στενά και στους κανόνες
και ξημερώνοντας μέρα κακή[Παρασκευή]
τοξότες φάλαγγες και λεγεώνες
με πήραν και με βάλαν σε κλουβί
και στα υπόγεια ζάρια τους αιώνες
παιχνίδι παίζουν οι αργυραμοιβοί

Ζητούσα τα μεγάλα τα κυνήγια
κι όπως δεν ήμουν μάγκας και νταής
περνούσα τα δικά σου δικαστήρια
αφού στον Άδη μέσα θα με βρεις
να με δικάσεις πάλι με μαρτύρια
και σαν κακούργο να με τιμωρείς

Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2011

ντροπη!





τι να πει κανεις γι αυτο.
το ψυχικο μεγαλειο.
η απλοτητα του σπουδαιου.
η γνωση του μοιραζομαι.

αιντε,ντροπη!

Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2011

Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου 2011

για οσα ξεχασαμε



.....Σήμερα, έκαμα μια συγκινητικήν ανακάλυψι. Βρήκα τα πρώτα κυκλάμινα. Και δεν ήταν, να πης, λίγα. Έγιναν ένα σωστό μάτσο. Τάβαλα μέσα σ' ένα κόκκινο μικρό κανάτι και τάχω κοντά μου. Είναι το ευγενικό αγριολούλουδο του φθινοπώρου. Τα βρήκα ξαφνικά, ψάχνοντας μέσα σε μια λαγκαδιά για καρύδια. Σαν ωριμάσουν τα καρύδια, ανοίγει από μοναχό του το πράσινο καρυδότσουφλο. Σκάει σταυρωτά και πέφτει από ψηλά το καρύδι, σαν μέσα από τη χοντρή φασκιά ενός κάλυκα. Κι έτσι, που η λαγκαδιά είναι γιομάτη μέντες και φτέρη και φύλλα πεσμένα, που σαπίζουν πάνω στο χώμα, τα καρύδια κρύβονται και ψάχνεις να τα βρης.

Σε μια απόμερη γωνίτσα, κάτω από μια τούφα πουρναρόκλαδα, τα βρήκα, μια μεγάλη παρέα κυκλάμινα. Τα πρώτα φετεινά μας κυκλάμινα. Η φρέσκη μοσκοβολιά τους είναι απ' τα πιο ακριβά χαρίσματα τούτης της εποχής. Εδώ στη Συκαμινιά, τα κυκλάμινα τα λένε ακόμα «καντινούλες», που θα πει χανουμάκια. Έτσι τα παρωμοίασαν οι κάτοικοι του χωριού, γιατί τους θυμίζουν τις χανουμίτσες, που αντάμωναν τα παλιά τα χρόνια στα σοκάκια του χωριού και τις έβλεπαν να σταματούν μονομιάς παραπέρα και να σκύβουν το κεφαλάκι τους κατ' από το γιασμάκι, ταπεινές και ντροπαλές, να μην τις ιδή ανθρώπου μάτι στο πρόσωπο.

Έτσι κρύβουνται και τα σεμνά κυκλάμινα στις υγρές γωνίτσες. Έτσι κρύβονται παράμερα και μυρίζουν μυστικά ανάμεσα στα κεντημένα του φύλλα οι «καντινούλες» της Συκαμινιάς. Σε λίγες μέρες σαν κάνη ακόμα μια-δυο βροχές, θα πλουμίσουν με το μωβ κέντημά τους δασωμένους λόφους ως κάτω στην ακρογιαλιά. Θα πλημμυρίσουν τον κόσμο. Θα βγούνε παρέες-παρέες μέσα στους χωραφόδρομους, μέσα στα λιοχτήματα, φουντωμένες σύρριζα στις «ποδόμες», όπως λέγονται εδώ οι μακρυές ξερολιθιές, που είναι μέσα στα κατηφορικά χωράφια, για να συγκρατήσουν το χώμα στα λιόδεντρα.

Οι Συκαμινιωτοπούλες τις αγαπούνε πολύ τις «καντινούλες». Και σαν αρχίσουν να ραβδίζουν τις ελιές, τα χωράφια γιομίζουν τραγούδια και κοπέλλες με τα σαλβάρια, «μαζώχτρες» δροσερές, με το καλαμένιο καλάθι στο μπράτσο, κάνουν μεγάλα δεμάτια, για να πάνε το βράδυ στις φτωχικές τους κάμαρες. Κάνουν ακόμα όμορφα μάτσα από φρεσκοκομμένα κυκλάμινα και τα προσφέρουν στην Παναγιά, μαζί με τις μυστικές προσευχές τους, που είναι κι αυτές ντροπαλές και σκεπασμένες στ' απόσκια της καρδιάς τους. Έτσι μπήκε το φθινόπωρο με ένα στεφάνι από κυκλάμινα στο κεφάλι.

Αυτό είναι ένα μεγάλο γεγονός, όπως είναι όλα τα σπουδαία και σημαντικά πράγματα που γίνονται στην εξοχή και στη θάλασσα τις τέσσερις εποχές της χρονιάς. Στην πολιτεία δεν παίρνουμε είδησι. Εκεί η ζωή ξεφεύγει ανούσια απ' τον ημεροδείχτη, που φυλλοροεί αδιάκοπα, με ανόητη ομοιομορφία, τα τετράγωνα χαρτάκια των ημερών του.

Εδώ, όμως, όλα έχουν τόση σπουδαιότητα. Όλες τις μέρες, όλες τις ώρες γίνονται πράγματα σοβαρά και συγκινητικά. Γυρίζεις μέσα στα χωράφια, σκαλώνεις στις ρεμματιές, που βρυάζουν τα μοσκόχορτα, φορτωμένα από πολύχρωμα έντομα και μικροσκοπικές πεταλουδίτσες, μικρές σαν πανσέδες. Εκεί μέσα, βασιλεύουν τα αρχαία πλατάνια και οι δροσερές καρυδιές. Οι γαλιές πηδάνε από δέντρο σε δέντρο τρομαγμένες. Τινάζονται πάνωθέ σου και μόλις βλέπεις ανάερα το φουσκωτό θύσανο της ουράς τους να χαϊδεύει τον αέρα. Αγαπούν ξεχωριστά τα μύγδαλα αυτές οι λιχούδες.

Προχτές οι χωριανοί είχαν πανηγύρι στις καρδιές, Έρριξε μια γερή, μια καλή βροχή όλη τη νύχτα. Φέτος είναι καλή η χρονιά, δόξα να' χη ο Θεός! Ο ελιώνας είναι ένα καμάρι να γυρίζης κάτω από τα δέντρα. Χόντρυναν οι ελιές, ψύχωσαν, άρχισαν κιόλας να κοκκινίζουν. Και περίμεναν ένα νερό πως και πως. Έβρεξε λοιπόν πάνω στα δέντρα, έβρεξε χαρμόσυνα. Άνοιξαν οι ουρανοί πάνω στη ζεστή γη και χύθηκε ποτάμι η ευλογία του Θεού. Αν κρατήση ως το τέλος ο καρπός, οι αγρότες θα ξεχρεώσουν πια φέτος και θα φάνε, λέω, μια φέτα μερωμένο ψσωμί.

Είδα έναν απλόν άνθρωπο να στέκεται στη μέση του δρόμου, μέσα στη βροχή. Είχε το πρόσωπό του σηκωμένο προς τον ουρανό και το νερό του Θεού έπεφτε πάνω στα μάγουλά του τα' αργασμένα από το λιοπύρι.

-Έ, μπάρμπα, του φώναξα, θα γίνης μουσκίδι!

Εγύρισε σιγά-σιγά το κεφάλι του και με κοίταξε ήσυχα. Τότες είδα πως χαμογελούσε φιλικά προς τον ουρανό.

Εσήκωσε το χέρι του και μούδειξε ψηλα. Είπε:

-Είδες; Βρέχει.

Χαμογελούσε ακόμα και εγώ μόλις κατάλαβα τη σπουδαία είδησι.



Πήγα και ξάπλωσα μια ζεστή μέρα κάτω από τις φυλλωσσιές ενός «ποτιζάμενου». Ένα χωράφι με όλα τα φρούτα της εποχής. Τα σταφύλια κρέμονται σκαλωμένα τετράψηλα πάνω στις λαμπαδωτές λεύκες. Οι ρωδιές. Πρέπει να δήτε τις ρωδιές. Είναι από τα πιο όμορφα πλάσματα της ελληνικής εξοχής. Η κλάδωσί τους είναι λεπτή, η φυλλωσσιά τους έχει τόσο άφθονο το πράσινο φως, που γεμίζει τρυφεράδα το τοπίο τα λουλούδια τους είναι εξαίσια σύνθεσι ενός ειδικού κόκκινου με το τρυφερό πράσινο της ρωδιάς. Τώρα τα λυγερά κλωνιά τους λυγάνε απ' τον καρπό.

Τα ρώδια κρέμονται χοντρά, στρογγυλά, τσιτωμένα απ' τις σφιχτές «ρωδοπαππούδες», που ζουλιούνται αλύπητα στριμωγμένες μέσα στον ίδιο κορσέ. Το ντόπιο παραμάντεμα έτσι ορίζει το ρώδι: «χίλιοι μύριοι καλογέροι σ' ένα ράσο τυλιγμένοι». Μερικά ρώδια σκάνουν απ' το ασυγκράτητο σφρίγος τους. Σκάνουν ψηλά σαν ειρηνικές χειροβομβίδες και σε ραντίζουν με τους τριανταφυλλιούς σπόρους τους, που αστράφτουν στον ήλιο. Σαν να σου ρίχνουν κατακέφαλα μια φούχτα ρουμπίνια. Είναι μερικές, που έχουν ωριμασμένους καρπούς και την κορφή τους στολισμένη ακόμα με μερικά από τα απ' τα θαυμαστά λουλούδια τους.

Μοιάζουν με κοπελλιές, που φορούνε στ' αφτί γαρύφαλλο κνικάτο. Κοντά τους οι κυδωνιές σκύβουν ως κάτω τα ελαστικά κλωνάρια τους. Είναι δέντρα βεργάτα, χαριτωμένα, με τη φυλλωσσιά τους θαμπή και σκούρα- Αμ' πώς να μην σκύψουν; Οι καρποί τους κρέμονται ογκώδεις, σκεπασμένοι από κιτρινωπό χνούδι. Το παραμερίζεις με το δάχτυλο και γυαλίζει από κάτω το τσιτωμένο φλούδι. Είναι κάτι νέα κυδωνίτσες τόσο φορτωμένες, που απορείς, πως το σηκώνουνε τόσο πράγμα.

Όλα τα δέντρα έτσι έσκυβαν μέσα σε τούτο το χωράφι. Ωρίμαζαν υπομονετικά τα μεγάλα φρούτα τους, εστέκονταν φορτωμένα απ' τ' αγαθά τους, εστέκονταν σκυφτά κι περιμέναν νάρθουν οι άνθρωποι, να τα ξαλαφρώσουν απ' το βάρος της δημιουργίας τους. Είναι η χαρά του «δίνειν». Μα υπάρχει πιο μεγάλη ευτυχία απ' αυτή; Αν δεν υπήρχαν οι τρυγητές, όλη η δημιουργία, η κάθε δημιουργία θα γινότανε δυστυχία πάνω στη γη.

Ξάπλωσα αποσταμένος γλυκά πάνω σε νιοθέριστη φτέρη. Μύριζε δυνατά. Πάνω στις απλωμένες ρίγανες. Παρέκει, εστέγνωναν τα σύκα. Μέσα απ' τους αγριόβατους, που τα βατόμουρά τους μαύριζαν πια και κανένας άλλος απ' τα πουλιά δεν τα καταδέχεται, έβγαιναν ξαφνικοί, βιαστικοί κελαηδισμοί. Το νερό έτρεχε μές' απ' το χορταριασμένο αυλάκι και τραγουδούσε. Είχα κλεισμένα τα μάτια και άκουγα συγκινημένος. Ένας μαλακός δούπος με ξάφνισε κοντά μου. Πλάϊ στον αγκώνα μου. Ανοίγω τα μάτια. Είναι ένα ροδάκινο μεγάλο σαν τη γροθιά μου. Μου τόρριξε τούτη η σγουρή ροδακινίτσα που γέρνει από πάνω μου.

Το παίρνω και λέω δυνατά «ευχαριστώ»- Ζουλιέται στα δάχτυλά μου σαν κερένιο. Χαϊδεύω το δέρμα του, που είναι λεπτότατο σαν ατζαλένιο, που είναι χνουδάτο και διάφανο. Σ' ένα μέρος είναι πληγωμένο απ' το πέσιμο και στάζει ο γλυκός χυμός του μέσα στη φούχτα μου.

Χώνω τα δόντια μου βαθιά στη σάρκα του και σηκώνω τα μάτια μου και χαμογελώ στη σγουρή ροδακινίτσα. Έτσι χαμογελούσε προς τον ουρανό κείνος ο απλός άνθρωπος, που στεκόταν μέσα στη βροχή και τη λουζόταν ευτυχισμένος.

Πετώ το κοκκινωπό κουκούτσι, κι αυτό κυλάει και κρύβεται κάπου. Ξέρω. Του χρόνου σ' αυτό το μέρος θα τεντώνη με λαχτάρα τα φύτρα της μια νέα ροδακινίτσα.

Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2011

το ακορντεον

μακρια στο βαθος του φαραγγιου ακούγονταν τα γαυγισματα των αδεσποτων. το νερο αδεσποτο κι αυτο στη ρεματια μ εναν ηχο, που αναλογα με τα δικα σου χρωματα, τον εβρισκες λυπητερο ή οργισμενο. πάντως διχως χαρα.
κι αναλογιζεσαι.
πώς μπηκαν, πώς ορμησαν ολα τουτα κι ολοι τουτοι στη ζωή σου; πώς αλώθηκε ο χωρος σου, οι στιγμες σου, οι αξιες σου; πώς επιτεθηκαν αλλοτε ως κτηνη, αλλοτε ως σκουληκια στην καθημερινότητά σου..
οι σκυλοι ακομα γαύγιζαν κι η σελήνη δεν ειχε καμια μυθικη διασταση. ενα αστερι απο πετρα.
πώς καταφεραν να σε συρουν στον εφιαλτη των εφιαλτων. να σερνεσαι, ενω, ειχες αγγιξει τους οριζοντες. να ξοδευεσαι στο τιποτα, ενω ειχες σπαταληθει στο ακριβο και το ακριβες.
μηδενα προ του τελους λοιπον. Σιωπηλη ας ειναι η ελαχιστη στιγμη που μου ανηκει. που δεν μετρω, που δεν πονω, που δεν φοβαμαι, που δεν λυπαμαι, που δεν υπολογιζω, που δεν παρατηρω την Αν-Αιδεια, την Α-μαθεια, την Ιδιο-Τελεια, την Α-πατη, την Εξ-απατηση, την Εκμεταλλευση, το Πεταμενο Ακορντεον.
Και το παραπονό του.

Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2011

Ανεπιστροφον.

Ανεπίστροφον – διαδρομές - Book Press
Του Γιώργου Χ. Θεοχάρη

Συμβαίνει κάποτε στη ζωή και στην Τέχνη να διασταυρώνεσαι απροσδόκητα με το πολύτιμο. Τότε στερεώνεται η βεβαιότητά σου πως τα τιμαλφή φέρουν εκ γενετής την χάρι της δωρεάς, υπήρξαν για να προσφερθούν, δημιουργήθηκαν για να τιμήσουν την ύπαρξη. Το τιμαλφές δώρημα της Γιάννας Λάμπρου προσφέρθηκε στην ανάγνωση διακριτικά, όπως ταιριάζει στα πολύτιμα, αλλά στο πρώτο ξεφύλλισμα καταυγάζεται η ψυχή του αναγνώστη απ’ τις εκλάμψεις του κειμένου.

Πρόκειται για ένα δοκίμιο φιλοσοφικού λυρισμού, στους αρμούς του οποίου ενυπάρχει και το στερεώνει η ποίηση. Λόγος αποφθεγματικός, λόγος θεατρικός σχεδόν ως μονόπρακτο, λόγος κινηματογραφικός ως σεκάνς του Βιμ Βέντερς, λόγος επεξεργασμένα δικανικός, κείμενα εσωτερικού μονολόγου, δοκίμια μελέτης των ανθρωπίνων σχέσεων.

Στο πρώτο κείμενο, συνεπώς και στο βιβλίο, προτάσσεται το τετράστιχο: Γυρεύοντας τις αιτίες της αλμύρας / Στο περιγιάλι των χρόνων που εξαγοράσαμε / Ακρωτηριάσαμε μετά από μέρες άκαρπες / Την πιο γαλάζια πελαγίσια αλήθεια μας. Διαβάζοντάς το αντιλαμβάνομαι ότι η συγγραφέας μάς προτρέπει να μη ψάχνουμε τις αιτίες απ’ τις οποίες εκπηγάζουν οι αρχέγονες αξίες της ζωής. Να γευτούμε το θαύμα της λειτουργίας των συναισθημάτων, χωρίς αυτιστικά ερωτηματικά, όσο διαρκεί το δώρο της έμβιας παρουσίας μας, το διάστημα της οποίας εξαγοράσαμε με τον θάνατό μας.

Το πρώτο κείμενο είναι μία συνομιλία δύο ανθρώπων που κάποτε ερωτεύτηκε ο ένας τον άλλο και τώρα βρίσκονται στο δρόμο του χωρισμού και πολύ μακριά από την εποχή της νεότητας, έχοντας ζήσει μια ρυθμισμένη, ασάλευτη, χωρίς απροσδόκητα, ήσυχη και για τούτο αδιάφορη ζωή. Γι’ αυτόν το χωρισμό προσπαθούν να συζητήσουν πολιτισμένα. Είναι Σεπτέμβρης 1995. Σκηνικός χώρος η Βενετία. Ο γονδολιέρης τραγουδά το Dance me to the end of love, του Leonard Cohen. Για τους ήρωες του κειμένου είναι το τέλος του έρωτα, βρίσκεται στην κορύφωσή του ένας αγάπης αγώνας άγονος. Εκείνη του προσάπτει με βεβαιότητα την ύπαρξη ερωμένης. Εκείνος αντιτείνει πως δεν υπήρξε ερωμένη, αλλά ο ίδιος έζησε μία ζωή φαντασιακού εραστή, έχοντας από πάντα δραπετεύσει από τη σχέση τους. Φανταζόταν ότι ήταν με μια γυναίκα ικανή να τον σαγηνεύει χωρίς δεσποτισμό και ίντριγκες, ώστε αυτός να παραμένει αήττητος αλλά παραδομένος. Ό,τι επιθυμούσε δεν το βρήκε σ’ αυτήν. Την αισθανόταν ως ξένη. Το όνομά της είναι Ξένια. Η συγγραφέας παίζει συχνά το παιχνίδι με την αμφισημία και την πολυσημία των λέξεων. Έτσι κι εδώ: Ξένη από την αποξένωση που εμπνέει σ’ εκείνον ή Ξένια από τη φιλοξενία που του προσφέρει και ξενοδοχεί το αλλοπρόσαλλο των συναισθημάτων του;

Να πώς εκείνος περιγράφει το φασματικό ιδανικό του, το φάσμα του πόθου του:

-Κι όταν ήμαστε μόνο οι δυο μας, υποκρινόσουν;

-Δεν ήμαστε ποτέ οι δυο μας, Ξένια. Και στις ιδιαίτερες στιγμές μας δεν σου εκχωρούσα τίποτα δικό μου. Η φίλη μου η πεφιλημένη, της ζωής μου η αγαπημένη, ήταν πάντα εκεί. Ευρηματική και διεκδικητική σαν τελευταία φορά πριν το μεγάλο ταξίδι. Εκρηκτική σαν άνοιξη, γόνιμη σαν την πράσινη γη, απέραντη σαν θάλασσα, ανεξερεύνητη σαν δάσος πυκνό, μαγική σαν σκοπός από σαξόφωνο, αειπάρθενη και πανερωτική, αποκλειστική και διασπασμένη. Ανένδοτη σαν επανάσταση, απείραχτη σαν ιδανικό, ρομαντική σαν αχλύ ονείρου και γήινη σαν τραύμα από φλόγα. Με αγκαλιά από μέλι. Και πάντα δίπλα ένα καράβι με τη μηχανή του αναμμένη. Έτοιμο να ξανοιχτεί. Ένα λεπτό μαζί της ήταν αιωνιότητα κι αθανασία, είκοσι χρόνια μαζί σου δεν έφτιαξαν όλα μαζί ένα αφρισμένο κύμα, ένα ρίγος.

Οι ήρωες τυραννιούνται από την οδύνη της αγάπης. Οι συναισθηματικές τους καταβολές έρχονται από περιοχές ψυχικού αναλφαβητισμού. Εκείνος, ως οντολογική φιγούρα και ως νοητική λειτουργία, προσομοιάζει με ήρωα φιλμ νουάρ. Ανάμεσά τους αναπτύσσεται ένας διάλογος δικανικός: Όταν εκείνη τον ρωτά γιατί αφού του ήταν αδιάφορη τη ζήλευε, εκείνος απαντά πως αφού γι’ αυτόν ήταν ασήμαντη και ταπεινή δεν θα μπορούσε να δεχτεί να είναι σημαντική για κάποιον άλλο, προφανώς γιατί κάτι τέτοιο θα αποκάλυπτε πλευρές της δικής του ελλειμματικότητας. Όταν εκείνος της επισημαίνει πως ποτέ δεν επέτρεψε ν’ ανοίξουν μαζί τα φτερά τους, εκείνη του αντιτείνει:

Νόμιζα πως το να θέλω να οπισθοδρομούμε παθητικά, δεν σε πείραζε. Είχα επίτηδες, αλλά σχεδόν ενστικτωδώς, συγχύσει την ελλειμματική μου στάση προς την επίγνωση, την ανικανότητά μου να φτιάξω μια τόση δα χαρά, μια τόση λύπη, μια τόση απελπισία, με την αυθεντικότητα. Αδύναμη να χειριστώ στερεότυπα, μετέτρεπα την αποδοχή τους σε δήθεν γνησιότητα. Αλλά κι εσύ μήπως τα είχες γκρεμίσει; Μέσα από μια ανάγκη, μια εικόνα, μια αποτυχία με αναζήτησες, να φύγεις ήθελες, όχι να ‘ρθεις. Όμως ο έρωτας είναι να θες να ‘ρθεις, όχι να θες να φύγεις από κάπου. Αυτό είναι σαν την αναστολή. Εντός του χρόνου της να μη διαπράξεις άλλο αδίκημα.

…και πάει έτσι ο διάλογος μέχρι τέλους, δίχως ο αναγνώστης να μπορεί να αθωώσει ή να δικάσει κάποιον. Μονάχα ως συγγραφέας ο νομικός έχει την ευχέρεια να χαράζει την υπερασπιστική γραμμή και των δύο αντιδίκων, να απαγγέλει το κατηγορητήριο και ταυτόχρονα να επιχειρηματολογεί αντικρούοντάς το, και κάποτε να ανεβαίνει και στην έδρα. Η επιστημονική σκευή, η νομική γνώση, της Γιάννας Λάμπρου πλουτίζει το κείμενο έτσι κι αλλιώς.

Η παρουσία του αρχετυπικού ζεύγους –άντρας γυναίκα- διατρέχει και τροφοδοτεί τη δράση σε όλα τα κείμενα του βιβλίου. Είτε πρόκειται για τους ίδιους ήρωες, από κείμενο σε κείμενο, είτε για διαφορετικούς, ίδια είναι τα πάθη που κατατρώνε τα σπλάχνα τους, ίδιες και οι σταθερές αξίες που μπορούν να τους ανυψώσουν στο θαύμα.

Ένας άντρας μονολογεί παρουσία μιας γυναίκας. Εκείνη περιγράφεται ως αποκλεισμένη, ως αυτοέγκλειστη, πιο σωστά, στη φυλακή της συναισθηματικής της αυτάρκειας. Κι εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε επιλογές ρυθμισμένης ζωής. Κάθε τι στον καιρό του, κι αν υπάρχει ο καιρός γι’ αυτό. Κι ο έρωτας ακόμη ως Ανάγκη, όταν και αν προκύψει αυτή η ανάγκη. Εκείνος ακριβώς στην απέναντι όχθη Η συμβατική ζωή, γι’ αυτόν, είναι θάνατος. Ζωή είναι το πάθος. Επιζητά την ταύτιση, την εισχώρηση στον αγαπημένο Άλλο. Επιζητά τη Μέθεξη. Ξέρει το διακύβευμα. Γνωρίζει τους κινδύνους που υποκρύπτονται, ξέρει όμως πόσο άξιο είναι το τίμημα. Η συγγραφέας, με παρένθετους στίχους, το δίνει έξοχα, με μιαν αρμονική παρήχηση του ρο: Ρόδο, ρίγος, ροή, ράπισμα, ρήμαγμα… Έρωτας.

Εκείνος, στον απολογισμό της ζωής του, αντιλαμβάνεται ότι όσο κι αν επιθυμούσε τη Μέθεξη ποτέ δεν τόλμησε όσο χρειαζόταν, κι αναρωτιέται:

πώς έγινε και μέτρησα σχεδόν πενήντα χρόνια χωρίς ποτέ να ενωθούν οι αισθήσεις και τα συναισθήματά μου, χωρίς ποτέ συνεπαρμένος από μια ελάχιστη προσωπική μου αμαρτία να ταξιδέψω τινάζοντας τον φόβο του θανάτου και του μάταιου; Χωρίς να συνωμοτήσω με την πολυτέλεια της αγίας Επιθυμίας, κρατώντας την ψυχή στα χέρια μου και τα χέρια στην ψυχή μου. Χωρίς να μείνω άφωνος από χαρά, από λύπη, από αγωνία, από μια ματιά-μαχαίρι, μια μυρωδιά, ένα στίχο, έναν ξεσηκωμό που θα διέλυε όλον εκείνο τον απίστευτα γελοίο περίγυρο. Χωρίς να ταξιδέψω σε μια κοινωνία της ου-τοπίας και του ονείρου, της ισότητας και της επανάστασης.

Δύο γυναίκες συνομιλούν. Η Κλαίρη εκθέτει στη Θαλλώ το αξιακό της σύστημα για τη ζωή και τις απόψεις της για τις ανθρώπινες σχέσεις. Μιλάει για την εμπειρία της με τον Βάνια. Τον Άγγελο που αυτοϋποβιβάστηκε σε Βαγγέλη, ούτε καν σε Ευάγγελο, από τον οποίο επέτρεψε να γοητευθεί ενώ εκείνος δεν άξιζε ενός τέτοιου δωρήματος. Κι ίσως εκείνη λειτούργησε έτσι εξ’ αιτίας του έντονου χαρακτηριστικού της, της ενσυναίσθησης. Τους διανοητικής ικανότητας της εμβίωσης. Του να θέλεις και να μπορείς να ζεις έν τινι. Να μπαίνεις στη θέση του Άλλου και να επιδράς στους όρους δημιουργίας των διαπροσωπικών σχέσεων. Γιατί, διαβάζουμε στο κείμενο, αν κοινωνήσεις τους καημούς, αν μεταλάβεις τη βαθιά εκείνη ψυχική δίψα κάποιου ανθρώπου ή κάποιας πατρίδας, γίνεται για πάντα κομμάτι σου, το κουβαλάς σαν μέλος σου και το προσέχεις όσο και εσένα! Υπάρχει όμως πάντα το ρίσκο της αγνωμοσύνης, όπου, ενώ εσύ δίνεις την ψυχή σου σού τη γυρίζουν σακατεμένη.

Ο Βάνια είναι κι αυτός άτολμος στο καινούριο. Νόμισε εύκολη την πορεία προς την αγάπη. Δεν υποψιαζόταν πώς είναι να χαρίζεσαι και να χαρίζεις αυτό που δεν σου περισσεύει. Ο Βάνια δεν παραδόθηκε στη σαγήνη και στο πάθος. Ήταν ένας εξ’ αρχής νικημένος από πεποίθηση. Ο Βάνια εμφανίζεται στο προσκήνιο και η συνομιλία γίνεται ανάμεσα σ’ αυτόν και την Κλαίρη. Ο αξιακός κανόνας εκείνης για τη ζωή είναι: ν’ αγαπάς, να ερωτεύεσαι, να είσαι ελεύθερος, να συμπάσχεις με τους ποιητές και τους βασανισμένους, να υπερασπίζεσαι την αλήθεια και την αθωότητα. Ν’ αγαπάς κάποιον χωρίς να τον χρειάζεσαι. Ο Βάνια παραμένει ένας ακρωτηριασμένος συναισθηματικά άνθρωπος, ένας συντετριμμένος της καθημερινότητας. Η Κλαίρη επιχειρεί να τον υπερασπιστεί αποκαλύπτοντας τις πηγές της μετριότητάς του. Του λέει ότι κάποτε στη ζωή του ο καθείς οφείλει ένα τουλάχιστον «απεταξάμην».

Ο άνθρωπος που στεγνώνει από επιθυμία και διάθεση, περνά στην καθολική παραίτηση, ακυρώνει τη ζωή του. Αν, παρ’ ελπίδα, επιχειρήσει να μπει σε μια διαδικασία ανάτασης ηθικής, επειδή ακριβώς είχε προθύμως συναινέσει στην πτώση του, οι αρνητικές αξίες με τους οποίες συνοδοιπόρησε στην πορεία της πτώσης, θα κονιορτοποιήσουν τις όποιες ανορθωτικές του προσδοκίες, τόσο κυνικά, χωρίς αιδώ, μας λέει η συγγραφέας, τόσο χυδαία, όσο η ανηθικότητα του φόνου που, αν δηλωθεί εκουσίως, εκλαμβάνεται ως ειλικρίνεια του δράστη.

Εν τέλει η Κλαίρη, διερχόμενη μέσα από την εμπειρία της συναναστροφής με το ανήθικο, το ευτελές και το άσχημο, αποφασίζει πως είναι μάταιο να βγάζει τα συναισθήματά της στην αγορά, αφού εκεί χάνουν την ανταλλακτική τους αξία, επειδή όλο και μειώνεται η προσφορά ψυχικών παραγώγων αγάπης και, παράλληλα, όλο και αυξάνεται ο αριθμός των πάγκων που στήνουν οι αργυραμοιβοί, οι κιβδηλοποιοί, οι αγύρτες.

Μια ώριμη γυναίκα και ένας νεαρός άνδρας βρίσκονται γυμνοί στο κρεβάτι. Η γυναίκα επιθυμεί τον νέο, και, ταυτόχρονα, τύπτεται γιατί τον εγκλωβίζει στη μοναδικότητα αυτής της επιλογής –εξυπακούεται ότι κι εκείνος την επιθυμεί- την ώρα που η φυσική τάξη επιτάσσει να είναι συναισθηματικά ελεύθερος και να σπουδάζει τις μεθόδους ωρίμανσής του, όπως έκανε κι εκείνη στην ηλικία του.

Ο νέος της αντιτείνει: Εγώ, όμως, δεν σκέφτομαι όπως εσείς κοιτώντας προς τα πίσω με τωρινά μάτια. Ίσως επειδή δεν έχω παρελθόν. Εγώ… μ’ αρέσει αυτό που ζω μαζί σου και μου αρκεί.

Ναι, του λέει εκείνη, αλλά κάποτε θα λυπηθείτε για όλα αυτά.

Θα λυπηθώ, απαντά ο νέος, όταν γίνω τόσο κανονικός που να μην προλαβαίνω να ζω, αλλά να καταστρέφω με την… έμπειρη σκέψη ό,τι συμβαίνει πριν το αγγίξω. Νομίζω πως δεν είναι η γνώση ο μόνος δρόμος που μας οδηγεί στην αφή των πραγμάτων.

Ουσιαστικά εδώ η Γιάννα Λάμπρου προσεγγίζει το μέγα θέμα της συνάφειας και της σύγκρουσης του πρωτογενούς με το δευτερογενές, ως απότοκο της ηλικιακής απόστασης, στο επίπεδο τους συναισθηματικής εμπειρίας, από τις εκβολές της οποίας τροφοδοτούνται οι συμπεριφορές των ανθρώπων και νοηματοδοτούνται οι σχέσεις τους. Γιατί η πρωτογενής προσέγγιση της υλικής (σωματικής) και της πνευματικής (ψυχικής) υπόστασης του Άλλου διαθέτει το πλεονέκτημα και την υπεροχή της ακατέργαστης ορμητικότητας, τη στιλπνότητα της αλήθειας, και την παρθενικότητα της ειλικρίνειας, ενώ η δευτερογενής είναι πιθανό να στενάζει κάτω από φορτία εγκατεστημένων στερεοτύπων, και να είναι δύσκαμπτη από σκουριές καχυποψίας, αμφιβολίας, υστεροβουλίας, κλπ.

Σε κάποιο σημείο του κειμένου η ώριμη κυρία προβάλλει το συναισθηματικό της στίγμα ως εξής:

Αν μοιράσω τη ζωή μου σε τέσσερις εποχές, τώρα θα είναι αυτή που διασχίζω με λαμπυριστούς τροχούς ποδηλάτου έναν κάμπο με κίτρινα στάχυα.

Εκπληκτικά η Γιάννα Λάμπρου έχει εδώ συγκεράσει τρεις μορφές υψηλής Τέχνης, τρία έργα Τέχνης και τρεις δημιουργούς: τη Μουσική, με τις Τέσσερις εποχές, του Αντόνιο Βιβάλντι, την Ποίηση, με τους στίχους Η Ποίηση είναι ανάπτυξη στίλβοντος ποδηλάτου, του Ανδρέα Εμπειρίκου, και τη Ζωγραφική, με τα Σταροχώραφα του Βικέντιου Βαν Γκογκ.

Δύο, κατά πάσα πιθανότητα, εραστές από την φοιτητική τους νεότητα, που παρέμειναν φίλοι, συναντιούνται τριάντα χρόνια αργότερα. Η συνάντησή τους χαρακτηρίζεται από την ευγένεια που αποτυπώνεται εσαεί στην ψυχή των εραστών από ενσυναίσθηση. Η κεντρική προβληματική αφορά στη φθορά που επιφέρει ο Χρόνος.

Μία μνημονική επιστροφή της αφηγήτριας παρατίθεται στη συνέχεια, που εδώ, βάσιμα, από την εξέταση των πραγματολογικών αναφορών, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ταυτίζεται με τη συγγραφέα, στον γενέθλιο τόπο. Οι προβολές της μνήμης σκηνοθετούνται από το βλέμμα της αφηγήτριας που θέλει να ταξιδεύει στη ζωή πρώτη θέση και ποτέ ως λαθρεπιβάτης, και που θέλει να παραχωρεί αυτή τη θέση μόνο στον πρωτογενή ανθρώπινο μόχθο και στον γενναίο ανθρώπινο πόνο, που την κάνουν άνθρωπο.

Προβάλλονται πλευρές του επαρχιακού βίου από τον ελληνικό χώρο των πρώτων μετεμφυλιακών δεκαετιών και αναπτύσσεται προβληματισμός για τις συνιστώσες που επέδρασαν στη διαμόρφωση του μεταπολεμικού έλληνα.

Μετά το διάλειμμα, στην οθόνη, η μνημονική επιστροφή μεταφέρεται στους χώρους της φοιτητικής ζωής και στους φίλους εκείνης της εποχής.

Καθώς πέφτουν οι τίτλοι του τέλους αντιλαμβανόμαστε πως επρόκειτο για μια νέκυια της νεότητας, για μιαν ανάμνηση των τρόπων και των λόγων των φίλων εκείνης της ανεπίστρεπτης περιόδου, που τώρα έχουν χαθεί, αφού η ακοίμητη κλειδούχος παραμονεύει. Η κήρα μέλαινα, η ομηρική διατύπωση για το μαύρο αίμα του θανάτου που ακυρώνει την ύπαρξη.

Και στο επόμενο κείμενο ανακαλείται μνημονικά η νεότητα, και ο έρωτας και η ελευθερία των επιλογών και η αυτοδιάθεση του ανθρώπου. Αφορμή η γαμήλια ετοιμασία της ένωσης δύο ανθρώπων από συνοικέσιο, στα μέσα της δεκαετίας του 1960, στην επαρχία. Περιγράφοντας η αφηγήτρια τα φρεσκοπλυμένα προικώα ασπρόρουχα της πρώτης νύχτας του γάμου, επισημαίνει:

Κατέφθανε με δώρα η πεθερά να χαρεί τη χαρά της ξένης που θα έφερνε απογόνους στην οικογένεια. Κεντημένα μαξιλάρια κι αντί βαμβάκι, γεμισμένα με κλαδιά φτέρης για την πρώτη νύχτα του γάμου.

Ο ψυχικός πολιτισμός των εξευγενισμένων κυράδων, που υπήρχαν πάντα και σ’ όλες τις συνθήκες, διαισθανόταν ότι κάτι πιο ευγενές χρειαζόταν να διαχωρίσει αυτή τη νύχτα από τις ίδιες άλλες που θα έρχονταν μια ολόκληρη ζωή. Μια ζωή χρέους και καθήκοντος.

Στο ίδιο κείμενο ενυπάρχουν μνήμες της παιδικής ηλικίας και της παιδικής αθωότητας όταν σκιρτά, πρώτη φορά, η ψυχή διαισθητικά στο μέγα δώρο του έρωτα, στην εκρηκτική ανθοφορία του σώματος.

Το βιβλίο ολοκληρώνεται με μικρής έκτασης κείμενα στα οποία αποτυπώνεται η τελετουργία της μητρότητας. Η σύλληψη, η κύηση, η γέννηση. Η γυναίκα δικαιούται τα σπουδαία γιατί η μήτρα της αντιμάχεται το Χρόνο, πολεμώντας το Θάνατο με σπέρματα Αθανασίας. Η αφηγήτρια παραθέτει τον πίνακα των αξιών της και επισημαίνει, ανακαλώντας τους στίχους του Ελύτη από το έργο του «Εκ του πλησίον», ότι δεν φτάνει σαν κλωνάρι λέξης ν’ αδημονείς για Μάιο, δεν φτάνει δηλαδή να θέλεις κάτι πολύ, χρειάζεται και να αποκωδικοποιείς με τον νου ό,τι η καρδιά νοιώθει.

Εντέλει το ζεύγος άνδρας-γυναίκα δικαιώνει, κατά μόνας, τη βαθύτερη ουσία της υπόστασής του. Χωρίζει. Εκείνος επιστρέφει στη σύζυγό του και στη θαλπωρή της οικιακής ακινησίας. Προηγουμένως έχει εκλιπαρήσει τη γυναίκα να του ζητήσει να μείνει. Εκείνη, σταθερή στις υπερήφανες επιλογές της, αρνείται να υποτάξει τον έρωτα σε οποιαδήποτε εντολή, παράκληση, ελεημοσύνη ή ζητιανιά.

Ποιος κερδίζει, ποιος χάνει στο παιχνίδι των σχέσεων; Κανένας! Ο καθείς και οι πληγές του.

Ας μου επιτραπεί, πριν τελειώσω, η διατύπωση μιας υπόθεσης: στη συνομιλία της Κλαίρης με τον Βάνια κάποια στιγμή εκείνη του προτείνει να υποθέσουν πως βρίσκονται στο Νόραγκραντ. Έχοντας σαν δεδομένο το ότι η Γιάννα Λάμπρου στο εξαιρετικά ενδιαφέρον ιστολόγιό της υπογράφει ως Noramiri, σκέπτομαι πως, όντως, η δράση στο βιβλίο εξελίσσεται στο Νόραγκραντ. Στην επικράτεια της Νόρα, που έχει τα χαρακτηριστικά της Νόρα Χέλμερ, του Ίψεν, η οποία ανακαλύπτει πως, πέρα από τον ανώδυνο ρόλο της ξέγνοιαστης, νεαρής συζύγου του δικηγόρου Τρόβαλντ, είναι αναγκασμένη να συμβιβαστεί με τη σκληρότητα και την υποκρισία της αστικής κοινωνίας. Από κει θα επαναστατήσει, θα χτυπήσει τη γροθιά της στο σπασμένο γυαλί της κοινωνικής σαθρότητας και θ’ αλλάξει ριζικά τρόπο σκέψης και ζωής.

Καθώς μελετούσα το βιβλίο ερχόταν επίμονα στον νου μου ο στίχος του Δ. Ι. Αντωνίου πιάνουν στη γη μας λίγο τόπο τα πολύτιμα, από το ποίημα «Οι κακοί έμποροι». Η Γιάννα Λάμπρου, σε κάθε γραμμή του κειμένου, πασχίζει να μας ανοίξει τα μάτια της ψυχής ώστε να δούμε αυτόν τον λίγο τόπο.

Κι επειδή το πιο σίγουρο Ανεπίστροφον είναι ο Χρόνος, το βιβλίο της Γιάννας Λάμπρου ηχεί ως ένα σήμαντρο αφύπνισης που μας καλεί να τολμήσουμε να ζήσουμε. Όσο είναι καιρός.

Ανεπίστροφον – διαδρομές - Book Press

Ανεπίστροφον – διαδρομές - Book Press

Κυριακή, 28 Αυγούστου 2011

Σάββατο, 27 Αυγούστου 2011

Χάθηκα - Μίκης Θεοδωράκης

Καληνυχτα!

ξανα λοιπον στα λημερια της καθημερινοτητας. που ηταν ακριβη και πανακριβη. που ηταν γλυκια και ρεουσα κι αδιαλειπτη και με τις τρικυμιες και τις καταιγιδες της αλλα και τις γλυκες απαντοχες και τα λιμανια της, τις δημιουργιες της, τις συγκρουσεις της τις εντασεις της αλλα και τις λαμπερες στιγμες του φωτος και της μουσικης, της συντροφιας και του στοχου.
κι ..υστερα ηρθε η ...Απειλη. ο φοβος. η εκκρεμοτητα. η συγχυση. η αναγκαστικη ειδικευση σε οικονομικα και μακροοικονομικα. σε αριθμους και υποβιβασμους. σε αναζητηση διοδων και μονοπατιων. κι απο παντου το σημα εκεινο : ΑΔΙΕΞΟΔΟ.
αδιεξοδο στην καθημερινοτητα, που απο δωρο, εγινε βαρος επαχθες.
Αδιεξοδο στις ιδεες που ανατραπηκαν, γιατι δεν τις χωραει η ζωη
Αδιεξοδο στις ζωες που ρημαζονται γιατι δε χωρανε πουθενα.
αδιεξοδο στις δρασεις γιατι μοναδικη αναδραση ειναι το ξε-πουλημα.
Νοσταλγησα λοιπον, μια παλια αμεριμνη ζωη. Εναν καφε χωρις φπα, μια βολτα χωρις ενοχη, μια αταξια με πλακα.ενα μεταξωτο, εναν αφρωδη, ενα βιολι,χωρις φεγγαρι, δυο κερια μου φταναν... Καληνυχτα!

Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2011

καλως σας βρισκω!

απο το ΠΟΙEIN: Ο Έστω-Τόπος για την ποίηση


Charles Bukowski


Οι δεινόσαυροι, εμείς

γεννημένοι έτσι
να είμαστε έτσι
καθώς τα ασβεστωμένα πρόσωπα χαμογελούν
καθώς ο κ.Θάνατος γελά
καθώς οι ανελκυστήρες κόβονται
καθώς τα πολιτικά τοπία διαλύονται
καθώς το αγόρι στο σουπερμάρκετ έχει πτυχίο πανεπιστημίου
καθώς τα μολυσμένα ψάρια ξεστομίζουν τις μολυσμένες προσευχές τους
καθώς ο ήλιος κρύβεται

είμαστε
γεννημένοι έτσι
να είμαστε έτσι
με αυτούς τους προσεκτικά τρελούς πολέμους
με την όψη σπασμένων παραθύρων σε εργοστάσια να ατενίζουν το κενό
με μπαρ όπου οι θαμμόνες δεν μιλούν πλέον μεταξύ τους
με τσακωμούς που καταλήγουν σε πυροβολισμούς και μαχαιρώματα

γεννημένοι έτσι
με νοσοκομεία που είναι τόσο ακριβά που είναι φθηνότερο να πεθάνεις
με δικηγόρους που χρεώνουν τόσο ακριβά που είναι φθηνότερο να δηλώσεις ένοχος
σε μια χώρα όπου οι φυλακές είναι γεμάτες και τα τρελοκομεία κλειστά
σε έναν τόπο όπου οι μάζες ανυψώνουν ηλίθιους σε πλούσιους ήρωες
γεννημένοι μέσα σʼαυτό
περπατώντας και ζώντας μέσα σʼ αυτό
πεθαίνοντας λόγω αυτού
μένοντας άφωνοι λόγω αυτού
ευνουχισμένοι
έκλυτοι
αποκληρωμένοι
λόγω αυτού
εξαπατημένοι από αυτό
χρησιμοποιημένοι από αυτό
εξευτελισμένοι από αυτό
εξοργισμένοι και απηυδησμένοι από αυτό
βίαοι
απάνθρωποι
λόγω αυτού


η καρδιά έχει μελανιάσει
τα δάχτυλα πλησιάζουν το λαιμό
το όπλο
το μαχαίρι
τη βόμβα
τα δάχτυλα τείνουν προς έναν μη αποκρυνόμενο θεό

τα δάχτυλα πλησιάζουν το μπουκάλι
το χάπι
τη σκόνη

γεννημένοι σʼ αυτό το θλιβερό θανατικό
γεννημένοι με μια κυβέρνηση με 60 χρονών χρέος
που σύντομα δε θα είναι ικανή να αποπληρώσει τους τόκους αυτού του χρέους
και οι τράπεζες θα καούν
το χρήμα θα καταστεί άχρηστο
θα υπάρξουν φανερές και ατιμώρητες δολοφονίες στους δρόμους
θα υπάρξουν όπλα και περιπλανώμενοι όχλοι
η γη θα είναι άχρηστη
η τροφή θα γίνει μια φθίνουσα απόδοση
η πυρηνική ενέργεια θα έρθει στην κατοχή των πολλών
εκρήξεις θα σείουν ακατάπαυστα τη γη

ραδιενεργά ρομπότ θα κυνηγούν το ένα το άλλο
οι πλούσιοι και οι επίλεκτοι θα παρακολουθούν από τους διαστημικούς σταθμούς
η Κόλαση του Δάντη θα μοιάζει με παιδική χαρά

ο ήλιος θα κρυφτεί και θα είναι νύχτα παντού
τα δέντρα θα πεθάνουν
η βλάστηση όλη θα πεθάνει
ραδιενεργοί άνθρωποι θα τρώνε τη σάρκα ραδιενεργών ανθρώπων
η θάλασσα θα μολυνθεί
οι λίμνες και τα ποτάμια θα εξαφανιστούν
η βροχή θα είναι ο επόμενος χρυσός

σαπισμένα πτώματα ανθρώπων και ζώων θα ζέχνουν στο σκοτεινό άνεμο

οι λίγοι τελευταίοι επιζήσαντες θα μολυνθούν από νέες και φρικιαστικές ασθένειες
και οι διαστημικοί σταθμοί θα καταστραφούν από δολιοφθορές
την έλλειψη προμηθειών
το φυσικό φαινόμενο της φθοράς

και θα υπάρξει η πιο όμορφη σιγή από ποτέ

γεννημένη από αυτό

ο ήλιος ακόμα εκεί κρυμμένος

να περιμένει το επόμενο κεφάλαιο.

Πέμπτη, 11 Αυγούστου 2011

Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2011

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΛΛΙΩΣ

-Κοιτα, τα νερα του ποταμου τρεχουν ανεμποδιστα,γαληνια,με ομαλη και συνεχη ροη।
Η δικη μου ζωη ειναι γεματη εμποδια,διαβολους,τριβολους,τίποτα δεν κυλαει ειπε με πικρια।
τον πηρα και κατεβηκαμε παρακατω। στους μικρους χειμάρους।
-Κοιτα, τωρα εσυ, του είπα। Τι κανει ο ποταμος όταν συναντα εμπόδια στη ροη του;
Τα ΤΣΑΚΙΖΕΙ। ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΒΡΕΙ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΟΥ।
Αλλιως;
-Αλλιως, ρωτησε με αγωνια।
-Αλλιως θα γινει βαλτος, ελος, λασπη।
-ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΛΛΙΩΣ , ειπε, και υπομειδιασε!

Κυριακή, 7 Αυγούστου 2011

Τρίτη, 2 Αυγούστου 2011

«Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι»

ΜΠΡΕΧΤ


Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, ρώτησε τον κ. Κ. η κορούλα της οικονόμας του, θα φέρονταν τότε πιο καλά στα μικρά ψαράκια; Σίγουρα, αποκρίθηκε εκείνος. Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα έχτιζαν για τα μικρά ψαράκια στη θάλασσα τεράστια κλουβιά και θα έβαζαν μέσα διάφορες τροφές, φυτά καθώς και ζωντανά. Θα φρόντιζαν τα κλουβιά να 'χουν πάντα καθαρό νερό και γενικά θα τα εφοδίαζαν με διάφορες εγκαταστάσεις υγιεινής. Όταν λογουχάρη ένα ψαράκι τραυμάτιζε την ουρά του, οι καρχαρίες θα του έβαζαν αμέσως έναν επίδεσμο μην τυχόν και ψοφήσει και το χάσουν πριν την ώρα του. Έπειτα, για να μην μελαγχολούν τα ψαράκια, θα οργάνωναν κατά διαστήματα στη θάλασσα μεγάλες γιορτές, γιατί τα κεφάτα ψαράκια είναι πιο νόστιμα από τα θλιμμένα. Τούτα τα μεγάλα κλουβιά θα είχαν βέβαια και τα σχολειά τους. Εκεί τα ψαράκια θα μάθαιναν πώς να κολυμπάνε στο στόμα του καρχαρία. Θα έπρεπε λογουχάρη να μάθουν γεωγραφία, για να μπορούν να βρίσκουν τους μεγάλους καρχαρίες, όταν αυτοί κάπου θα τεμπελιάζουν. Βέβαια το σπουδαιότερο θα ήταν η ηθική διάπλαση των μικρών ψαριών. Θα τους μάθαιναν ότι για ένα ψαράκι δεν υπάρχει μεγαλύτερη και ωραιότερη αρετή από το να θυσιάζεται πρόθυμα κι ότι τα ψαράκια θα έπρεπε να πιστεύουν τυφλά στους καρχαρίες, προπαντός όταν αυτοί τους λένε ότι θα φροντίσουν για ένα ωραίο μέλλον. Θα έδιναν στα ψαράκια να καταλάβουν πως αυτό το ωραίο μέλλον τότε μόνο θα είναι εξασφαλισμένο, όταν εκείνα μάθουν να υπακούνε. Τα ψαράκια θα έπρεπε να φυλάγονται από κάθε λογής ταπεινές, εγωιστικές και μαρξιστικές διαθέσεις, κι αν τύχαινε κανένα από δαύτα να φανερώσει τέτοιες αδυναμίες, τα άλλα τα ψαράκια θα έπρεπε να τα αναφέρουν αμέσως στους καρχαρίες. Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα έκαναν βέβαια αναμεταξύ τους και διάφορους πολέμους, για να κυριέψουν ξένα κλουβιά και ξένα ψαράκια. Στους πολέμους αυτούς ο κάθε καρχαρίας θα πολεμούσε με τα δικά του ψαράκια. Θα μάθαιναν στα ψαράκια ότι ανάμεσα σ' αυτά και τα ψαράκια των άλλων καρχαριών υπάρχει τεράστια διαφορά. Τα ψαράκια, θα τους έλεγαν, είναι ως γνωστό βουβά, σωπαίνουν ωστόσο σε ολότελα διαφορετικές γλώσσες, γι' αυτό και είναι αδύνατο να καταλάβει το ένα τ' άλλο. Σε κάθε ψαράκι, που θα σκότωνε μερικά εχθρικά ψαράκια που σωπαίνουν σ' άλλη γλώσσα, θα καρφίτσωναν κι απόνα παράσημο από φύκι και θα του έδιναν τον τίτλο του ήρωα. Αν βέβαια οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα είχαν και τη δική τους τέχνη. Θα είχαν ωραίους πίνακες που θα παράσταιναν τα δόντια των καρχαριών με θαυμάσια χρώματα, και τα στόματά τους θα ήταν σαν τους κήπους της Βαβυλώνας, όπου μπορεί να κάνει κανείς τρελό σεργιάνι. Τα θέατρα στο βυθό θα έδειχναν πως ηρωικά ψαράκια με την μπάντα μπροστά θα ορμούσαν μαγεμένα και νανουρισμένα με τις πιο όμορφες σκέψεις στο στόμα των καρχαριών. Δε θα έλειπε βέβαια και η θρησκεία, αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι. Αυτή θα δίδασκε ότι τα ψάρια μονάχα στην κοιλιά των καρχαριών θα άρχιζαν να γεύονται την αληθινή ζωή. Εξάλλου, αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, όλα τα ψαράκια δε θα ήταν πια ίσα κι όμοια όπως συμβαίνει σήμερα. Μερικά από δαύτα θ' αποχτούσαν αξιώματα και θα τα τοποθετούσαν πάνω από τα άλλα ψαράκια. Όσα μάλιστα είναι λίγο πιο μεγάλα θα είχαν το λεύτερο να τρώνε τα πιο μικρά. Αυτό θα ήταν άλλωστε ευχάριστο για τους καρχαρίες, γιατί έτσι εκείνοι δε θα χρειάζονταν πια παρά να καταπίνουν συχνότερα πιο μεγάλες μπουκιές. Και τα πιο μεγάλα ψαράκια, αυτά που θα είχαν τις ψηλές θέσεις, θα φρόντιζαν για την τάξη ανάμεσα στα ψαράκια και θα γίνονταν δάσκαλοι, αξιωματικοί και μηχανικοί στα ψαροκλουβιά. Κοντολογίς, μόνο αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα είχαμε πολιτισμό στη θάλασσα.

Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2011

नोथिंग!

δεν ειχε τιποτα να πει. Δεν ειχε δει κι ακουσει τιποτα. οι μικρες κεραιες του εμβιου οντος απεναντι ξεκινουσαν κι εφταναν γυρω στον περιβολο της ανεχειας του. της ενδεους,πεποικιλμενης πλην,μορφης του. Ρε, κακομοιρη,τρεχει ο κοσμος ιλιγγιωδως, σε κοιτα το συμπαν και δεν σε βλεπει, φωναζει η ζωη κι εσυ βουλωνεις τ ανοιγματα ,φωναζει η αναγκη και την αγνοεις,θαρρωντας πως δεν ειναι δικη σου; σαν τι σημαδια να λαβεις νακατανοησεις το ελευτερο σκιτσο του ουρανου; τη γενναιοτητα της προθεσης να εισαι;

Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2011

Τρίτη, 26 Ιουλίου 2011

ASSASSIN´S TANGO -JOHN POWELL-

καλο καλοκαιρι!

τι να πουμε λοιπον; για το κοντραστ του εκρηκτικου καλοκαιριου, με τα χρωματα, τ αρώματά του, τα ταξιδια του λογισμου και του κορμιου με τις κατηφείς ματιες, τους ανενδοίαστους μικρονοες,τους γκριζους τοιχους που δε βγαζουν ζωντανο τι αλλα,φοβιες, συνδρομα,στερηση, ανεπαρκειες;
τι να σημειωσουμε στο αντιαισθητικο περιβαλλον. τα πραγματικα κτισματα ή τα ντουβαρια;
τι να υπογραμμισουμε στο απεραντο ισωμα, που μονο τονο του δινει η ημιμαθεια και η εμφυτη αγενεια;
Η παλι να απαλειψουμε τις κηλιδες,να αγνοησουμε τις τροχοπεδες, να τις τσακισουμε εν αναγκη, να παρουμε βαθιες ανασες και να συναντηθουμε σ αυτο το πανηγυρι της χαρας με τη χαρα;τι να χαρισω κι ενα δευτερο της ζωης μου σε μια ποταπη στιγμη; δεν το αξιζει, δεν το αξιζω.

Τρίτη, 19 Ιουλίου 2011

ΚΑΡΑΒΙ ΚΑΡΑΒΑΚΙ

..Δεν τα λησμονησαμε...!!!

...ηταν ωραιο τα ταξιδι και η μικρη μας ιστορια...Στην Πολη λοιπον, στην Βασιλιδα,βασιλευουσα,αρχοντισσα,αλητισσα,ασιατισσα και δυτικη, σ ενα αδιακοπο πηγαινελα ζωης και θανατου, βιας και νοσταλγιας, μελαγχολιας και εντασης.Πολιτισμενοι πολιτισμοι και απολιτιστοι πολιτισμοι,αριστη ανωτατη παιδεια και ιδρυματα και ολομαυρες φιγουρες εγκλωβισμενων σαρκων στο θελημα μιας αλλης μοιρας, ενος παραξενου -καθημας- κισμετ. Βουβα στεκουν τα ελληνικα αρχοντικα, μικρυνε κι η ελληνικη μειονοτητα. συλημενη και η απαραμιλλη Αγια Σοφια. Δεν μπορει ομως να παραγραφει-διοτι δεν ηταν αδικημα- ο ελληνικος πολιτισμος. Που ολα σχεδον τα κτισματα αποτελουν αντιγραφα πολλακις κακεκτυπα. Μοναδικος ναος, με την αισθηση του ιωνικου ρυθμου, την κομψοτητα και την ελευθερια του ανθρωπου ως ανω+θρωσκω.
Σωπασε λοιπον κυρα Δεσποινα και μην πολυδακρυζεις, οχι γιατι παλι με χρονια με καιρους παλι δικα μας θαναι, ΑΛΛΑ γιατι η ψυχη, το πνευμα και το φρονημα δεν εχουν τοπο, δεν ξερουν απο φυλακες, ουτε απο διαγραφες, ουτε και απαλοιφες. Ειναι φωτια και σπιθα που μεταλαμπαδευεται, στα τραγουδια, στους χορους, στη Γλωσσα, στη θεαση των πραγματων, μ αυτον τον τροπο τον λιτο, του μετρου, του ολιγαρκους.
Η Πολη. Με το Βοσπορο και τους μιναρεδες της να προσπαθουν να πληγωσουν τα συννεφα. Με την εκρηκτικη ατμοσφαιρα μερα-νυχτα, με τη δυνατοτητα να υπαρξεις ως τωρα, ως χτες, ως αυριο. αεικινητη, πληθωρικη, οξυτατη. Αμαρτωλη, φιληδονη,ζωηρη,προστυχη,Αγια. Καθε ανθρωπος, κατι διαφορετικο, καθε κτισμα, κατι αλλο, καθε ματια μια υποσχεση εντασης, καθε φιγουρα μια ιστορια, ενας μυθος. Και μοιαζει σαν κανεις, μα κανεις να μην εχει την ιδια ιστορια με τον αλλο.
Τζαμια και κηποι και λουτρα,περιτομες... και καταχαμα ατελειωτο πανηγυρι, παραθαλασσιως, με τη μιση οικοσκευη τους παρα ποδας.
Θα κλεισω για αποψε την Κερκοπορτα της μνημης... Θα συνεχισω οποτε το μπορω...

Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2011

του αποστολου.

ανοιγω τα βλεφαρα να εισχωρησει φως αλλα με πολιορκει η αχλυ του αδιεξοδου.
κατευθυνομαι στη μουσικη να πλημμυρισει το πνευμα αλλα ειναι κατακερματισμενο σε αγονες γραμμες.
το κρυο νερο δεν μου ξυπναει τις αισθησεις γιατι ισως δεν εχω να παλεψω για τιποτα.
τα χρωματα φευγουν ξεθωρα γιατι ο χρωστηρας μου στεγνωσε.
και σε λιγο δευτερος μηνας καλοκαιριου , ο αγαπημενος αλλοτε ιουλιος των ενθυμησεων, των συγκινησεων και των δονησεων..

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ,ΕΛΕΝΗ

Τρίτη, 28 Ιουνίου 2011

η επιδοτουμενη χαυνωση και η επιζητουμενη σχεδον λοβοτομη,για περισσοτερο απο μισο του αιωνα, καλειται να γραψει ιστορια!

Σάββατο, 25 Ιουνίου 2011

τωρα!

και περασαν μερες και εβδομαδες και μήνες. κι οι περικλειστες ζωες μας, οι δυσκολες, σημαδεύτηκαν τωρα και με την απειλη, το φαιο αδιεξοδο χρωμα του Μνημονίου. Νεοι όροι, νεα ορια, σαν να ειχε λιγα ήδη η μετρια των πιο πολλων μας η ζωή. συνθήκες επαναπροσδιορισμού των εργασιακων σχεσεων, απολαβων, αποδοχων, συνθήκες τετοιες που θα εξασφαλισουν ο,τι επι τριαντα ολοκληρα χρονια, οι επιτηδειοι περι το ταχυδακτυλουργειν, αφάνισαν. την βαση της αναπτυξης που θα παρηγε πλουτο. δηλαδη τον πολιτισμο. δηλαδη την παιδεια.
και τωρα, λοιπον αν εμεις στερηθουμε ολα αυτα τα σ π ο υ δ α ι α!!! κεκτημένα..., θα βαλουμε τις βασεις για ανάπτυξη; οχι, μας απαντα ο κοινος νους. θα τιμωρηθειτε για την αναδρομικη αμετροεπεια και την συναινεση στο ειδεχθες, που ομως το βλεπατε να διαπραττεται. -Καμια φορα γλυφατε και τα δαχτυλα γκιαουρηδες!δεν πρεπει να λαχταραει τιποτα ο υπηκοος, να μην λησμονει ποτε ποιος ειναι...
- μαλιστα. φταιει λοιπον που συναινουσαμε,διαρκώς στο αδίκημα...
και τωρα λοιπον αν δεν συναινεσουμε, μια και την παθαμε;
-Α! τωρα, τωρα, τωρα πρεπει να σωσετε εμας απο τη μεταδοτικη σας λαιλαπα.
τωρα, πρεπει να ειστε ο αδυναμος σακος, για να χτυπαμε τις γροθιες μας.
τωρα πρεπει να γινετε ο Νοτος της φιλης μας της τουρκιας.
τωρα πρεπει να θυμηθειτε, οτι αφου μονοι σας καταργειτε τη γλωσσα σας, ενω εμεις τη διδασκουμε ακομα στα καλα σχολεια μας
τωρα πρεπει να θυμηθειτε οτι αφου δεν υψωσατε εναν ποντο το μποι σας απο το 1940 και μετα
τωρα πρεπει να ξερατε, οτι σκοτωνουν τα αλογα οταν γερασουν.

http://youtu.be/dB1EnnlkWW4

Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2011

εδω,διπλα!

ΕΥΡΩΠΑΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΔΕΛΦΩΝ...
Αθήνα
«Το Βυζάντιο στην ιστορική του συνέχεια» είναι το θέμα του διεθνούς συμποσίου που θα πραγματοποιηθεί φέτος στο Δελφούς, στο πλαίσιο του προγράμματος του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου Δελφών, το οποίο ξεκινά στις 28 Ιουνίου, διοργανώνεται για 17η χρονιά και θα διαρκέσει έναν μήνα.

Το ερώτημα «Ποια η συνέχεια της μεγάλης χιλιόχρονης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στην ιστορία;» θα ανοίξει τις εργασίες του τριήμερου Διεθνούς Συμποσίου (8-10/7), στο οποίο θα κληθούν να απαντήσουν είκοσι «Σοφοί της Βυζαντινής Ιστορίας και Πολιτισμού».

Οι θεματικές ενότητες του συμποσίου είναι οι εξής: Το Βυζάντιο και η Ελληνορωμαϊκή Αρχαιότητα, η ακτινοβολία του Βυζαντίου, τα κατάλοιπα βυζαντινά στα μεταβυζαντινά χρόνια καθώς και το Βυζάντιο σήμερα.

Με τον τίτλο «Λατρεία και προσκυνήματα μετά την Άλωση», πραγματοποιείται η έκθεση μέσα από τις συλλογές του Μουσείου Μπενάκη, που εγκαινιάζεται την Τρίτη 28 Ιουνίου στην Αίθουσα Εκθέσεων Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου Δελφών και θα διαρκέσει για έναν μήνα. Υπό την επιμέλεια της δρος Αναστασίας Δρανδάκη, η οποία είναι και επιμελήτρια της Βυζαντινής Συλλογής του Μουσείου Μπενάκη, η έκθεση περιλαμβάνει 66 αντικείμενα, πολλά από τα οποία παρουσιάζονται για πρώτη φορά.

Η θρησκευτική ζωγραφική και τα λειτουργικά σκεύη ανάμεσα σε ανατολή και δύση, οι τοπικές λατρείες και τα προσκυνήματα των Ελλήνων, από τον 15ο έως τον 19ο αιώνα, θα αποτελέσουν τους βασικούς άξονες της έκθεσης.

Τα σεμινάρια με θέμα την Αρχαία Ελληνική Γλώσσα και τον Ελληνικό Πολιτισμό (18-28 Ιουλίου) έχουν στόχο την επιμόρφωση καθηγητών Μέσης Εκπαίδευσης στα Αρχαία Ελληνικά και φετινό πρόγραμμα απευθύνεται σε καθηγητές-φιλολόγους από την Πορτογαλία και τη Βραζιλία καθώς επίσης και σε μεταπτυχιακούς φοιτητές.

Τέλος, θα πραγματοποιηθούν Συναυλίες Βυζαντινής Μουσικής από τον Βυζαντινό Χορό Ηδύμελον (8-10/7) καθώς από την Ελληνική Βυζαντινή Χορωδία του Λυκούργου Αγγελόπουλου (στις 10/7) καθώς και θεατρικές παραστάσεις («Ανθρώπινη Φωνή» του Κοκτό και «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη).

Newsroom ΔΟΛ
Αναρτήθηκε από ΔΥΤΙΚΗ ΑΧΑΙΑ στις 9:44 π.μ.

Κυριακή, 5 Ιουνίου 2011

καλημερα

«Επειδήπερ όταν μεν ημείς ώμεν, ο θάνατος ου παρέστιν.।

Όταν δε ο θάνατος παρή, ημείς ουκ εσμέν।»


Επικουρος.



Δ Ι Α Υ Γ Α Σ Η: Η ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΟΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑΣ

Δ Ι Α Υ Γ Α Σ Η: Η ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΟΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑΣ: "Κορνήλιος Καστοριάδης Κωνσταντινούπολη ,  11 /03/ 1922  -  Παρίσι ,  26 /12/1997 Οι περισσότεροι απ' όσους έχουν γράψει για τις σχέσε..."

Τρίτη, 24 Μαΐου 2011

ΑΝΕΠΙΣΤΡΟΦΟΝ

Το βιβλίο της Γιάννας Λάμπρου ΑΝΕΠΙΣΤΡΟΦΟΝ ηχεί ως ένα σήμαντρο αφύπνισης που μας καλεί να τολμήσουμε να ζήσουμε. Όσο είναι καιρός.


Με την παρουσίαση του βιβλίου της συντοπίτισσας Γιάννας Λάμπρου ΑΝΕΠΙΣΤΡΟΦΟΝ έκλεισε η 19η περίοδος των εκδηλώσεων του βιβλιοπωλείου. Σε μια κατάμεστη αίθουσα η συγγραφέας μίλησε για το πόνημά της και συζήτησε με το κοινό ενώ ο ποιητής Γιώργος Θεοχάρης είχε προηγηθεί με μια κατατοπιστική παρουσίαση την οποία σας παραθέτουμε.


Γιάννα Λάμπρου: Ανεπίστροφον – διαδρομές,
Αυτοέκδοση, Λιβαδειά 2010


Συμβαίνει κάποτε στη ζωή και στην Τέχνη να διασταυρώνεσαι απροσδόκητα με το πολύτιμο. Τότε στερεώνεται η βεβαιότητά σου πως τα τιμαλφή φέρουν εκ γενετής την χάρι της δωρεάς, υπήρξαν για να προσφερθούν, δημιουργήθηκαν για να τιμήσουν την ύπαρξη.
Το τιμαλφές δώρημα της Γιάννας Λάμπρου προσφέρθηκε στην ανάγνωση διακριτικά, όπως ταιριάζει στα πολύτιμα, αλλά στο πρώτο ξεφύλλισμα καταυγάζεται η ψυχή του αναγνώστη απ’ τις εκλάμψεις του κειμένου.


Πρόκειται για ένα δοκίμιο φιλοσοφικού λυρισμού, στους αρμούς του οποίου ενυπάρχει και το στερεώνει η ποίηση. Λόγος αποφθεγματικός, λόγος θεατρικός σχεδόν ως μονόπρακτο, λόγος κινηματογραφικός ως σεκάνς του Βιμ Βέντερς, λόγος επεξεργασμένα δικανικός, κείμενα εσωτερικού μονολόγου, δοκίμια μελέτης των ανθρωπίνων σχέσεων.


Στο πρώτο κείμενο, συνεπώς και στο βιβλίο, προτάσσεται το τετράστιχο: Γυρεύοντας τις αιτίες της αλμύρας / Στο περιγιάλι των χρόνων που εξαγοράσαμε / Ακρωτηριάσαμε μετά από μέρες άκαρπες / Την πιο γαλάζια πελαγίσια αλήθεια μας. Διαβάζοντάς το αντιλαμβάνομαι ότι η συγγραφέας μας προτρέπει να μη ψάχνουμε τις αιτίες απ’ τις οποίες εκπηγάζουν οι αρχέγονες αξίες της ζωής. Να γευτούμε το θαύμα της λειτουργίας των συναισθημάτων, χωρίς αυτιστικά ερωτηματικά, όσο διαρκεί το δώρο της έμβιας παρουσίας μας, το διάστημα της οποίας εξαγοράσαμε με τον θάνατό μας.


*
Το πρώτο κείμενο είναι μία συνομιλία δύο ανθρώπων που κάποτε ερωτεύτηκε ο ένας τον άλλο και τώρα βρίσκονται στο δρόμο του χωρισμού και πολύ μακριά από την εποχή της νεότητας, έχοντας ζήσει μια ρυθμισμένη, ασάλευτη, χωρίς απροσδόκητα, ήσυχη και για τούτο αδιάφορη ζωή. Γι’ αυτόν το χωρισμό προσπαθούν να συζητήσουν πολιτισμένα. Είναι Σεπτέμβρης 1995. Σκηνικός χώρος η Βενετία. Ο γονδολιέρης τραγουδά το Dance me to the end of love, του Leonard Cohen. Για τους ήρωες του κειμένου είναι το τέλος του έρωτα, βρίσκεται στην κορύφωσή του ένας αγάπης αγώνας άγονος. Εκείνη του προσάπτει με βεβαιότητα την ύπαρξη ερωμένης. Εκείνος αντιτείνει πως δεν υπήρξε ερωμένη, αλλά ο ίδιος έζησε μία ζωή φαντασιακού εραστή, έχοντας από πάντα δραπετεύσει από τη σχέση τους. Φανταζόταν ότι ήταν με μια γυναίκα ικανή να τον σαγηνεύει χωρίς δεσποτισμό και ίντριγκες, ώστε αυτός να παραμένει αήττητος αλλά παραδομένος. Ό,τι επιθυμούσε δεν το βρήκε σ’ αυτήν. Την αισθανόταν ως ξένη. Το όνομά της είναι Ξένια. Η συγγραφέας παίζει συχνά το παιχνίδι με την αμφισημία και την πολυσημία των λέξεων. Έτσι κι εδώ: Ξένη από την αποξένωση που εμπνέει σ’ εκείνον ή Ξένια από τη φιλοξενία που του προσφέρει και ξενοδοχεί το αλλοπρόσαλλο των συναισθημάτων του;
Να πώς εκείνος περιγράφει το φασματικό ιδανικό του, το φάσμα του πόθου του:


-Κι όταν ήμαστε μόνο οι δυο μας, υποκρινόσουν;
-Δεν ήμαστε ποτέ οι δυο μας, Ξένια. Και στις ιδιαίτερες στιγμές μας δεν σου εκχωρούσα τίποτα δικό μου. Η φίλη μου η πεφιλημένη, της ζωής μου η αγαπημένη, ήταν πάντα εκεί. Ευρηματική και διεκδικητική σαν τελευταία φορά πριν το μεγάλο ταξίδι. Εκρηκτική σαν άνοιξη, γόνιμη σαν την πράσινη γη, απέραντη σαν θάλασσα, ανεξερεύνητη σαν δάσος πυκνό, μαγική σαν σκοπός από σαξόφωνο, αειπάρθενη και πανερωτική, αποκλειστική και διασπασμένη. Ανένδοτη σαν επανάσταση, απείραχτη σαν ιδανικό, ρομαντική σαν αχλύ ονείρου και γήινη σαν τραύμα από φλόγα. Με αγκαλιά από μέλι. Και πάντα δίπλα ένα καράβι με τη μηχανή του αναμμένη. Έτοιμο να ξανοιχτεί. Ένα λεπτό μαζί της ήταν αιωνιότητα κι αθανασία, είκοσι χρόνια μαζί σου δεν έφτιαξαν όλα μαζί ένα αφρισμένο κύμα, ένα ρίγος.


Οι ήρωες τυραννιούνται από την οδύνη της αγάπης. Οι συναισθηματικές τους καταβολές έρχονται από περιοχές ψυχικού αναλφαβητισμού. Εκείνος, ως οντολογική φιγούρα και ως νοητική λειτουργία, προσομοιάζει με ήρωα φιλμ νουάρ. Ανάμεσά τους αναπτύσσεται ένας διάλογος δικανικός: Όταν εκείνη τον ρωτά γιατί αφού του ήταν αδιάφορη τη ζήλευε, εκείνος απαντά πως αφού γι’ αυτόν ήταν ασήμαντη και ταπεινή δεν θα μπορούσε να δεχτεί να είναι σημαντική για κάποιον άλλο, προφανώς γιατί κάτι τέτοιο θα αποκάλυπτε πλευρές της δικής του ελλειμματικότητας. Όταν εκείνος της επισημαίνει πως ποτέ δεν επέτρεψε ν’ ανοίξουν μαζί τα φτερά τους, εκείνη του αντιτείνει:


Νόμιζα πως το να θέλω να οπισθοδρομούμε παθητικά, δεν σε πείραζε. Είχα επίτηδες, αλλά σχεδόν ενστικτωδώς, συγχύσει την ελλειμματική μου στάση προς την επίγνωση, την ανικανότητά μου να φτιάξω μια τόση δα χαρά, μια τόση λύπη, μια τόση απελπισία, με την αυθεντικότητα. Αδύναμη να χειριστώ στερεότυπα, μετέτρεπα την αποδοχή τους σε δήθεν γνησιότητα. Αλλά κι εσύ μήπως τα είχες γκρεμίσει; Μέσα από μια ανάγκη, μια εικόνα, μια αποτυχία με αναζήτησες, να φύγεις ήθελες, όχι να ‘ρθεις. Όμως ο έρωτας είναι να θες να ‘ρθεις, όχι να θες να φύγεις από κάπου. Αυτό είναι σαν την αναστολή. Εντός του χρόνου της να μη διαπράξεις άλλο αδίκημα.


…και πάει έτσι ο διάλογος μέχρι τέλους, δίχως ο αναγνώστης να μπορεί να αθωώσει ή να δικάσει κάποιον. Μονάχα ως συγγραφέας ο νομικός έχει την ευχέρεια να χαράζει την υπερασπιστική γραμμή και των δύο αντιδίκων, να απαγγέλει το κατηγορητήριο και ταυτόχρονα να επιχειρηματολογεί αντικρούοντάς το, και κάποτε να ανεβαίνει και στην έδρα. Η επιστημονική σκευή, η νομική γνώση, της Γιάννας Λάμπρου πλουτίζει το κείμενο έτσι κι αλλιώς.
*


Η παρουσία του αρχετυπικού ζεύγους –άντρας γυναίκα- διατρέχει και τροφοδοτεί τη δράση σε όλα τα κείμενα του βιβλίου. Είτε πρόκειται για τους ίδιους ήρωες, από κείμενο σε κείμενο, είτε για διαφορετικούς, ίδια είναι τα πάθη που κατατρώνε τα σπλάχνα τους, ίδιες και οι σταθερές αξίες που μπορούν να τους ανυψώσουν στο θαύμα.
*


Στο επόμενο κείμενο ένας άντρας μονολογεί παρουσία μιας γυναίκας.
Εκείνη περιγράφεται ως αποκλεισμένη, ως αυτοέγκλειστη, πιο σωστά, στη φυλακή της συναισθηματικής της αυτάρκειας. Κι εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε επιλογές ρυθμισμένης ζωής. Κάθε τι στον καιρό του, κι αν υπάρχει ο καιρός γι’ αυτό. Κι ο έρωτας ακόμη ως Ανάγκη, όταν και αν προκύψει αυτή η ανάγκη.
Εκείνος ακριβώς στην απέναντι όχθη Η συμβατική ζωή, γι’ αυτόν, είναι θάνατος. Ζωή είναι το πάθος. Επιζητά την ταύτιση, την εισχώρηση στον αγαπημένο Άλλο. Επιζητά τη Μέθεξη. Ξέρει το διακύβευμα. Γνωρίζει τους κινδύνους που υποκρύπτονται, ξέρει όμως πόσο άξιο είναι το τίμημα. Η συγγραφέας, με παρένθετους στίχους, το δίνει έξοχα, με μιαν αρμονική παρήχηση του ρο:


Ρόδο, ρίγος, ροή, ράπισμα, ρήμαγμα… Έρωτας.


Εκείνος, στον απολογισμό της ζωής του, αντιλαμβάνεται ότι όσο κι αν επιθυμούσε τη Μέθεξη ποτέ δεν τόλμησε όσο χρειαζόταν, κι αναρωτιέται:


πώς έγινε και μέτρησα σχεδόν πενήντα χρόνια χωρίς ποτέ να ενωθούν οι αισθήσεις και τα συναισθήματά μου, χωρίς ποτέ συνεπαρμένος από μια ελάχιστη προσωπική μου αμαρτία να ταξιδέψω τινάζοντας τον φόβο του θανάτου και του μάταιου; Χωρίς να συνωμοτήσω με την πολυτέλεια της αγίας Επιθυμίας, κρατώντας την ψυχή στα χέρια μου και τα χέρια στην ψυχή μου. Χωρίς να μείνω άφωνος από χαρά, από λύπη, από αγωνία, από μια ματιά-μαχαίρι, μια μυρωδιά, ένα στίχο, έναν ξεσηκωμό που θα διέλυε όλον εκείνο τον απίστευτα γελοίο περίγυρο. Χωρίς να ταξιδέψω σε μια κοινωνία της ου-τοπίας και του ονείρου, της ισότητας και της επανάστασης.
*



Στο επόμενο κείμενο συνομιλούν δύο γυναίκες. Η Κλαίρη εκθέτει στη Θαλλώ το αξιακό της σύστημα για τη ζωή και τις απόψεις της για τις ανθρώπινες σχέσεις. Μιλάει για την εμπειρία της με τον Βάνια. Τον Άγγελο που αυτοϋποβιβάστηκε σε Βαγγέλη, ούτε καν σε Ευάγγελο, από τον οποίο επέτρεψε να γοητευθεί ενώ εκείνος δεν άξιζε ενος τέτοιου δωρήματος. Κι ίσως εκείνη λειτούργησε έτσι εξ’ αιτίας του έντονου χαρακτηριστικού της, της ενσυναίσθησης. Τους διανοητικής ικανότητας της εμβίωσης. Του να θέλεις και να μπορείς να ζεις έν τινι. Να μπαίνεις στη θέση του Άλλου και να επιδράς στους όρους δημιουργίας των διαπροσωπικών σχέσεων. Γιατί, διαβάζουμε στο κείμενο, αν κοινωνήσεις τους καημούς, αν μεταλάβεις τη βαθιά εκείνη ψυχική δίψα κάποιου ανθρώπου ή κάποιας πατρίδας, γίνεται για πάντα κομμάτι σου, το κουβαλάς σαν μέλος σου και το προσέχεις όσο και εσένα! Υπάρχει όμως πάντα το ρίσκο της αγνωμοσύνης, όπου, ενώ εσύ δίνεις την ψυχή σου σού τη γυρίζουν σακατεμένη.


Ο Βάνια είναι κι αυτός άτολμος στο καινούριο. Νόμισε εύκολη την πορεία προς την αγάπη. Δεν υποψιαζόταν πώς είναι να χαρίζεσαι και να χαρίζεις αυτό που δεν σου περισσεύει. Ο Βάνια δεν παραδόθηκε στη σαγήνη και στο πάθος. Ήταν ένας εξ’ αρχής νικημένος από πεποίθηση.
Ο Βάνια εμφανίζεται στο προσκήνιο και η συνομιλία γίνεται ανάμεσα σ’ αυτόν και την Κλαίρη.
Ο αξιακός κανόνας εκείνης για τη ζωή είναι: ν’ αγαπάς, να ερωτεύεσαι, να είσαι ελεύθερος, να συμπάσχεις με τους ποιητές και τους βασανισμένους, να υπερασπίζεσαι την αλήθεια και την αθωότητα. Ν’ αγαπάς κάποιον χωρίς να τον χρειάζεσαι.
Ο Βάνια παραμένει ένας ακρωτηριασμένος συναισθηματικά άνθρωπος, ένας συντετριμμένος της καθημερινότητας. Η Κλαίρη επιχειρεί να τον υπερασπιστεί αποκαλύπτοντας τις πηγές της μετριότητάς του. Του λέει ότι κάποτε στη ζωή του ο καθείς οφείλει ένα τουλάχιστον «απεταξάμην».


Ο άνθρωπος που στεγνώνει από επιθυμία και διάθεση, περνά στην καθολική παραίτηση, ακυρώνει τη ζωή του. Αν, παρ’ ελπίδα, επιχειρήσει να μπει σε μια διαδικασία ανάτασης ηθικής, επειδή ακριβώς είχε προθύμως συναινέσει στην πτώση του, οι αρνητικές αξίες με τους οποίες συνοδοιπόρησε στην πορεία της πτώσης, θα κονιορτοποιήσουν τις όποιες ανορθωτικές του προσδοκίες, τόσο κυνικά, χωρίς αιδώ, μας λέει η συγγραφέας, τόσο χυδαία, όσο η ανηθικότητα του φόνου που, αν δηλωθεί εκουσίως, εκλαμβάνεται ως ειλικρίνεια του δράστη.


Εν τέλει η Κλαίρη, διερχόμενη μέσα από την εμπειρία της συναναστροφής με το ανήθικο, το ευτελές και το άσχημο, αποφασίζει πως είναι μάταιο να βγάζει τα συναισθήματά της στην αγορά, αφού εκεί χάνουν την ανταλλακτική τους αξία, επειδή όλο και μειώνεται η προσφορά ψυχικών παραγώγων αγάπης και, παράλληλα, όλο και αυξάνεται ο αριθμός των πάγκων που στήνουν οι αργυραμοιβοί, οι κιβδηλοποιοί, οι αγύρτες.
*


Στο κείμενο που ακολουθεί μια ώριμη γυναίκα και ένας νεαρός άνδρας βρίσκονται γυμνοί στο κρεβάτι. Η γυναίκα επιθυμεί τον νέο, και, ταυτόχρονα, τύπτεται γιατί τον εγκλωβίζει στη μοναδικότητα αυτής της επιλογής –εξυπακούεται ότι κι εκείνος την επιθυμεί- την ώρα που η φυσική τάξη επιτάσσει να είναι συναισθηματικά ελεύθερος και να σπουδάζει τις μεθόδους ωρίμανσής του, όπως έκανε κι εκείνη στην ηλικία του.
Ο νέος της αντιτείνει: Εγώ, όμως, δεν σκέφτομαι όπως εσείςς κοιτώντας προς τα πίσω με τωρινά μάτια. Ίσως επειδή δεν έχω παρελθόν. Εγώ… μ’ αρέσει αυτό που ζω μαζί σου και μου αρκεί.
Ναι, του λέει εκείνη, αλλά κάποτε θα λυπηθείτε για όλα αυτά.
Θα λυπηθώ, απαντά ο νέος, όταν γίνω τόσο κανονικός που να μην προλαβαίνω να ζω, αλλά να καταστρέφω με την… έμπειρη σκέψη ό,τι συμβαίνει πριν το αγγίξω. Νομίζω πως δεν είναι η γνώση ο μόνος δρόμος που μας οδηγεί στην αφή των πραγμάτων.


Ουσιαστικά εδώ η Γιάννα Λάμπρου προσεγγίζει το μέγα θέμα της συνάφειας και της σύγκρουσης του πρωτογενούς με το δευτερογενές, ως απότοκο της ηλικιακής απόστασης, στο επίπεδο τους συναισθηματικής εμπειρίας, από τις εκβολές της οποίας τροφοδοτούνται οι συμπεριφορές των ανθρώπων και νοηματοδοτούνται οι σχέσεις τους. Γιατί η πρωτογενής προσέγγιση της υλικής (σωματικής) και της πνευματικής (ψυχικής) υπόστασης του Άλλου διαθέτει το πλεονέκτημα και την υπεροχή της ακατέργαστης ορμητικότητας, τη στιλπνότητα της αλήθειας, και την παρθενικότητα της ειλικρίνειας, ενώ η δευτερογενής είναι πιθανό να στενάζει κάτω από φορτία εγκατεστημένων στερεοτύπων, και να είναι δύσκαμπτη από σκουριές καχυποψίας, αμφιβολίας, υστεροβουλίας, κλπ.


Σε κάποιο σημείο του κειμένου η ώριμη κυρία προβάλλει το συναισθηματικό της στίγμα ως εξής:


Αν μοιράσω τη ζωή μου σε τέσσερις εποχές, τώρα θα είναι αυτή που διασχίζω με λαμπυριστούς τροχούς ποδηλάτου έναν κάμπο με κίτρινα στάχυα.


Εκπληκτικά η Γιάννα Λάμπρου έχει εδώ συγκεράσει τρεις μορφές υψηλής Τέχνης, τρία έργα Τέχνης και τρεις δημιουργούς: τη Μουσική, με τις Τέσσερις εποχές, του Αντόνιο Βιβάλντι, την Ποίηση, με τους στίχους Η Ποίηση είναι ανάπτυξη στίλβοντος ποδηλάτου, του Ανδρέα Εμπειρίκου, και τη Ζωγραφική, με τα Σταροχώραφα του Βικέντιου Βαν Γκογκ.
*


Στο επόμενο κείμενο δύο, κατά πάσα πιθανότητα, εραστές από την φοιτητική τους νεότητα, που παρέμειναν φίλοι, συναντιούνται τριάντα χρόνια αργότερα. Η συνάντησή τους χαρακτηρίζεται από την ευγένεια που αποτυπώνεται εσαεί στην ψυχή των εραστών από ενσυναίσθηση.
Η κεντρική προβληματική αφορά στη φθορά που επιφέρει ο Χρόνος.
*


Ακολουθεί μία μνημονική επιστροφή της αφηγήτριας, που εδώ, βάσιμα, από την εξέταση των πραγματολογικών αναφορών, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ταυτίζεται με τη συγγραφέα, στον γενέθλιο τόπο.
Οι προβολές της μνήμης σκηνοθετούνται από το βλέμμα της αφηγήτριας που θέλει να ταξιδεύει στη ζωή πρώτη θέση και ποτέ ως λαθρεπιβάτης, και που θέλει να παραχωρεί αυτή τη θέση μόνο στον πρωτογενή ανθρώπινο μόχθο και στον γενναίο ανθρώπινο πόνο, που την κάνουν άνθρωπο.
Προβάλλονται πλευρές του επαρχιακού βίου από τον ελληνικό χώρο των πρώτων μετεμφυλιακών δεκαετιών και αναπτύσσεται προβληματισμός για τις συνιστώσες που επέδρασαν στη διαμόρφωση του μεταπολεμικού έλληνα.
Μετά το διάλειμμα, στην οθόνη, η μνημονική επιστροφή μεταφέρεται στους χώρους της φοιτητικής ζωής και στους φίλους εκείνης της εποχής.
Καθώς πέφτουν οι τίτλοι του τέλους αντιλαμβανόμαστε πως επρόκειτο για μια νέκυια της νεότητας, για μιαν ανάμνηση των τρόπων και των λόγων των φίλων εκείνης της ανεπίστρεπτης περιόδου, που τώρα έχουν χαθεί, αφού η ακοίμητη κλειδούχος παραμονεύει. Η κήρα μέλαινα, η ομηρική διατύπωση για το μαύρο αίμα του θανάτου που ακυρώνει την ύπαρξη.
*


Και στο επόμενο κείμενο ανακαλείται μνημονικά η νεότητα, και ο έρωτας και η ελευθερία των επιλογών και η αυτοδιάθεση του ανθρώπου. Αφορμή η γαμήλια ετοιμασία της ένωσης δύο ανθρώπων από συνοικέσιο, στα μέσα της δεκαετίας του 1960, στην επαρχία.
Περιγράφοντας η αφηγήτρια τα φρεσκοπλυμένα προικώα ασπρόρουχα της πρώτης νύχτας του γάμου, επισημαίνει:


Κατέφθανε με δώρα η πεθερά να χαρεί τη χαρά της ξένης που θα έφερνε απογόνους στην οικογένεια. Κεντημένα μαξιλάρια κι αντί βαμβάκι, γεμισμένα με κλαδιά φτέρης για την πρώτη νύχτα του γάμου.
Ο ψυχικός πολιτισμός των εξευγενισμένων κυράδων, που υπήρχαν πάντα και σ’ όλες τις συνθήκες, διαισθανόταν ότι κάτι πιο ευγενές χρειαζόταν να διαχωρίσει αυτή τη νύχτα από τις ίδιες άλλες που θα έρχονταν μια ολόκληρη ζωή. Μια ζωή χρέους και καθήκοντος.


Στο ίδιο κείμενο ενυπάρχουν μνήμες της παιδικής ηλικίας και της παιδικής αθωότητας όταν σκιρτά, πρώτη φορά, η ψυχή διαισθητικά στο μέγα δώρο του έρωτα, στην εκρηκτική ανθοφορία του σώματος.
*


Ακολουθούν μικρής έκτασης κείμενα στα οποία:


αποτυπώνεται η τελετουργία της μητρότητας. Η σύλληψη, η κύηση, η γέννηση. Η γυναίκα δικαιούται τα σπουδαία γιατί η μήτρα της αντιμάχεται το Χρόνο, πολεμώντας το Θάνατο με σπέρματα Αθανασίας.


η αφηγήτρια παραθέτει τον πίνακα των αξιών της και επισημαίνει, ανακαλώντας τους στίχους του Ελύτη από το έργο του «Εκ του πλησίον», ότι δεν φτάνει σαν κλωνάρι λέξης ν’ αδημονείς για Μάιο, δεν φτάνει δηλαδή να θέλεις κάτι πολύ, χρειάζεται και να αποκωδικοποιείς με τον νου ό,τι η καρδιά νοιώθει.
*


Εντέλει το ζεύγος άνδρας-γυναίκα δικαιώνει, κατά μόνας, τη βαθύτερη ουσία της υπόστασής του. Χωρίζει. Εκείνος επιστρέφει στη σύζυγό του και στη θαλπωρή της οικιακής ακινησίας. Προηγουμένως έχει εκλιπαρήσει τη γυναίκα να του ζητήσει να μείνει. Εκείνη, σταθερή στις υπερήφανες επιλογές της, αρνείται να υποτάξει τον έρωτα σε οποιαδήποτε εντολή, παράκληση, ελεημοσύνη ή ζητιανιά.


Ποιος κερδίζει, ποιος χάνει στο παιχνίδι των σχέσεων; Κανένας! Ο καθείς και οι πληγές του.
*



Ας μου επιτραπεί, πριν τελειώσω, η διατύπωση μιας υπόθεσης: στη συνομιλία της Κλαίρης με τον Βάνια κάποια στιγμή εκείνη του προτείνει να υποθέσουν πως βρίσκονται στο Νόραγκραντ. Έχοντας σαν δεδομένο το ότι η Γιάννα Λάμπρου στο εξαιρετικά ενδιαφέρον ιστολόγιό της υπογράφει ως Noramiri, τολμώ να ισχυριστώ πως, όντως, η δράση στο βιβλίο εξελίσσεται στο Νόραγκραντ. Στην επικράτεια της Νόρα, που έχει τα χαρακτηριστικά της Νόρα Χέλμερ, του Ίψεν, η οποία ανακαλύπτει πως, πέρα από τον ανώδυνο ρόλο της ξέγνοιαστης, νεαρής συζύγου του δικηγόρου Τρόβαλντ, είναι αναγκασμένη να συμβιβαστεί με τη σκληρότητα και την υποκρισία της αστικής κοινωνίας. Από κει θα επαναστατήσει, θα χτυπήσει τη γροθιά της στο σπασμένο γυαλί της κοινωνικής σαθρότητας και θ’ αλλάξει ριζικά τρόπο σκέψης και ζωής.
Όσο κι αν μοιάζει αναγνωστικός ακροβατισμός η υπόθεσή μου, νομίζω πως στη βαθύτερη ουσία της είναι σωστή.
*


Καθώς μελετούσα το βιβλίο ερχόταν επίμονα στον νου μου ο στίχος του Δ. Ι. Αντωνίου πιάνουν στη γη μας λίγο τόπο τα πολύτιμα, από το ποίημα «Οι κακοί έμποροι». Η Γιάννα Λάμπρου, σε κάθε γραμμή του κειμένου, πασχίζει να μας ανοίξει τα μάτια της ψυχής ώστε να δούμε αυτόν τον λίγο τόπο.


Κι επειδή το πιο σίγουρο Ανεπίστροφον είναι ο Χρόνος, το βιβλίο της Γιάννας Λάμπρου ηχεί ως ένα σήμαντρο αφύπνισης που μας καλεί να τολμήσουμε να ζήσουμε. Όσο είναι καιρός.

Γιώργος Χ. Θεοχάρης
Λιβαδειά 23 Μαΐου 2011


Αναρτήθηκε από Βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ - ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ ΝΙΚΟΣ στις 12:00 π.μ. 0 σχόλια

Τρίτη, 17 Μαΐου 2011

Να ειστε εκει!

Στο βιβλιοπωλείο Σύγχρονη Έκφραση


τη Δευτέρα 23 Μαΐου 2011, στις 8.30 μ.μ.


θα πραγματοποιηθεί η παρουσίαση


του πρώτου βιβλίου της Γιάννας Λάμπρου


που φέρει τον τίτλο Ανεπίστροφον.





Πρόκειται για μια σειρά σκέψεων και επεισοδίων που καταγράφονται από τη συγγραφέα με κινηματογραφικό τρόπο ή άλλοτε με την τεχνική του εσωτερικού μονολόγου σε μια αλληλοδιαδοχή εικόνων και συναισθημάτων που αποκαλύπτουν βαθιές πληγές και περαστικές απουσίες.
Ο τρόπος της αφήγησης αποτελεί ο ίδιος ένα δοκίμιο πάνω στις κατακερματισμένες σύγχρονες σχέσεις, οι οποίες βιώνονται άλλοτε ως υπαρκτά δράματα κι άλλοτε ως θεατρικά μονόπρακτα, στα οποία η συμμετοχή του υποκειμένου είναι υποχρεωτική αλλά όχι απαραιτήτως αυτοπροσδιοριζόμενη.
Η ίδια η πολύπλοκη σύγχρονη πραγματικότητα είναι γεγονός ότι έχει εγκαταλείψει τις κοινωνικές βεβαιότητες και θέτει νέα διλήμματα, στα οποία η Γιάννα Λάμπρου δεν απαντά μεν αλλά με ένα τρόπο κατάφασης: Δεν είναι ότι δεν υποψιάζεται την απάντηση, αλλά πως δεν εμπιστεύεται την ερώτηση.
Έτσι μια καινούργια ταυτότητα αναδύεται χωρίς παρελθόν και χωρίς μέλλον. Το συντριπτικό παρόν κυριαρχεί σε μια ουτοπία που δεν βιώνεται και που εσωτερικεύει αντιδράσεις κυρίως παρά συνειδητές επιλογές ή πράξεις. Όπως το θέτει η Γιάννα Λάμπρου:
«….».
Η Γιάννα Λάμπρου κάνει την πρώτη της εμφάνιση στα γράμματα με το βιβλίο Ανεπίστροφον. Πτυχιούχος της Νομικής Αθηνών, υπηρετεί τη Θέμιδα στη Λιβαδειά περίπου 20 χρόνια.

Πέμπτη, 12 Μαΐου 2011

καλη επιτυχια!

...Και μπορει καποτε να ηταν ο μονος δρομος προς τη γνωση, προς την κοινωνικη ανέλιξη, προς τους γενναιους προσανατολισμους. Μπορει καποτε ο μυθος αυτος να ηταν εισιτηριο που ανοιγε ολες σχεδον τις εισοδους, -αν ήξερες και ήθελες-για μια ποιοτικη και ευ-χαρι ζωή. μπορει να ηταν ο τροπος να οδηγηθεις στην αυτογνωσια γιατι σε εξοπλιζε με προσλαμβανουσες που δεν ειχαν οι ..άλλοι.
Όμως οι καιροι άλλαξαν,τα πραγματα αλλοιωτεψαν κι οι στοχοι ειναι αλλου, πετυχαινονται με χιλιους πια τροπους.
Γιαυτο,δεν παιζει πια-οπως θα λεγατε κι εσεις- ουτε το επιτυχια, ουτε το αποτυχια. μια σελιδα κι αυτη, μια δοκιμη

Τετάρτη, 4 Μαΐου 2011

δειτε!

Ο ΣΩΣΤΟΣ ΑΝΔΡΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ


1. Είναι συνετός και φρόνιμος, «λογικός»
2. Δεν παρασύρεται από την οργή και τον θυμό, δεν είναι ευέξαπτος.
3..Είναι εγκρατής και ελέγχει τα πάθη του.

4. Δίνει και είναι δίκαιος, γενναιόδωρος.
5. Δεν είναι δειλός και δεν τρομάζει μπροστά στον θάνατο.

6. Δεν είναι φιλάργυρος και δεν επιζητά το κέρδος.

7..Συμπεριφέρεται σωστά, ζυγίζει τις συγκυρίες, έχει μνήμη, γνώση, πείρα, οξύνοια.

8.Δεν θυμώνει και δεν έχει διάθεση για φιλονικία, ούτε εκδηλώνει πικρία και βιάζεται να τιμωρήσει.
9. Εχει ψυχική ηρεμία και σταθερότητα.
10. Είναι θαραλέος στις συμφορές και τολμηρός στους κινδύνους.

11. Λέει την αλήθεια, σέβεται την Παράδοση και τους Νόμους και τηρεί όσα υπόσχεται.

12. Είναι γενναιόδωρος και όχι τσιγκούνης.
13. Δίνει και δεν παίρνει από κει που δεν πρέπει.
14. Εχει ρούχα καθαρά και σπίτι, τα χέρια του πιάνουν και φροντίζει τους άλλους και τα ζώα, προσφέροντας χαρά και ευχαρίστηση.

15. Συμπεριφέρεται με μεγαλοψυχία στην ευτυχία και την ατυχία, την τιμή και την ατιμία.
16. Δεν ζηλεύει τους άλλους και αποστρέφεται την πολυτέλεια και την εξουσία.

17.Είναι απλός στην συμπεριφορά του και ευγενικός.
18. Μπορεί να υπομείνει την αδικία και δεν είναι εκδικητικός.
19. Δεν είναι οργίλος, ευέξαπτος, κατηφής κι αδέξιος, αυθάδης, μαλθακός, αμαθής, πικρόχολος, ασταθής, διεφθαρμένος, αμελής, αναβλητικός, ασεβής, πλεονέκτης, αγενής, αισχρός, άθλιος, μικροπρεπής.

20. Εχει καλή διάθεση, ήρεμες και προσεχτικές κινήσεις, ευεργετεί τους άξιους, μισεί του κακούς και αγαπά τους καλούς, είναι φιλεύσπλαχνος και επιεικής, τίμιος, αισιόδοξος.
21. Αγαπά τους συγγενείς του, τους φίλους του, τους ξένους και είναι αφοσιωμένος στους φίλους του.

Σάββατο, 30 Απριλίου 2011

1η Μαίου




για να μην ξεχναμε, οσα πρεπει να θυμομαστε.



για τον φιλο μου...

29/4/11Το γόνιμο πένθος
ΤΟΥ ΠΑΝΟΥ ΚΥΠΑΡΙΣΣΗ



ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΧΑΡΗΣ, Από μνήμης, ποιήματα, εκδόσεις Μελάνι, σελ. 68


Από τα "πιστεύω" του Γιώργου Θεοχάρη, για το τι είναι η ποίηση για κείνον, κρατώ τη φράση "ποίηση είναι η αγαπητική εισχώρησή μας στον Άλλον - Εγώ και κυρίως στον Άλλον - απέναντί μας...", για να καταλήξω, με όσα λάθη καταλήγει κανείς, να πω πως όλο το σχεδόν του έργο, από το Πτωχόν μετάλλευμα ως το Από μνήμης, εμφορείται κυρίως από το δεύτερο μέρος της φράσης "Κυρίως στον Άλλον - απέναντί μας".


Η ευαισθησία τού να μπορείς να μπεις στα παπούτσια του άλλου είναι αυτή καθ' αυτή γεγονός ποιητικό. Να σταθείς, να ντύσεις την ελπίδα. Τα περισσότερα, αν όχι όλα του τα ποιήματα, είναι αφιερωμένα σε δικούς, φίλους, συναδέλφους, και ανθρώπους που συναποτελούν την προσωπική του μυθολογία στην «προσπάθειά του να αγαπήσει διαφορετικά», όπως ο ίδιος λέει, «τους ανθρώπους, τη ζωή και τα πράγματα» προτείνοντας έτσι μια στοχαστική αλλά και ιδιόθυμη ανάγνωση της σύγχρονης Ιστορίας. Βασική του ύλη η ζωή των απλών ανθρώπων και η καθημερινή τους γενναιότητα, ώστε να αντιμετωπίσουν ευσταθώντας σ’ έναν τέτοιον αγώνα, αφού ζωή και ποίηση για τον ποιητή είναι αλληλένδετες.
Νιώθω πως τα βιβλία του Θεοχάρη είναι σπίτια που γράφει για να συγκατοικήσει μαζί τους. Οι μικρές του ιστορίες που η Ιστορία με κεφαλαίο το (Ι) τις αγνοεί ή τις παραγράφει, συνιστούν το ιερό του μνημοφυλάκιο, με πικρά, θλιμμένα υλικά μιας μνήμης που βασανίζεται, ωστόσο φτερουγίζει, φωτίζοντας τα φαινομενικώς λησμονημένα. Η λιτή, δομική παράθεση της αφήγησης χωρίς τεχνικές και τεχνάσματα και η σπάνια εντιμότητα συγκροτούν ένα εξαιρετικό ποιητικό σώμα.
Στις Προσομοιώσεις, από τους τίτλους των ποιημάτων, που με δική μου δευτερογενή προσομοίωση αποτελούν σπαράγματα σπασμένων κτερισματικών αγγείων στον χρόνο, γράφει: "Όπως σε κάποια χωριά, ακόμη, πριν βάλουν τον πεθαμένο στο μνήμα, σκύβει το βαφτιστήρι του και του λύνει τα χέρια". Τι να σημαίνει άραγε για την Ιστορία τούτο το έθος; Αυτή η μικρή σημερινή λεπτομέρεια στο πέρασμα-πέταγμα του νεκρού με λυμένα τα χέρια, που όλα σβήνουν και χάνονται: αξιακοί και αγαπητικοί άξονες της ζωής που διασώζονται, όσο διασώζονται, από την επίμονη ματιά του ποιητή που άφθαρτη θεάται τον κόσμο στις λεπτομέρειές του. Πώς άραγε τις θεάται ο ομόρριζος με το ρήμα θεός;
Συλλογιέμαι φορές-φορές πως η ποίηση αναδύεται, εκπηγάζει κάποτε, από το απροσδόκητο της τροπής σε σχέση με τον παρόντα τρόπο ζωής και της νοοτροπίας μας γι' αυτή. Επομένως, ο δύσκολος, ο απελπισμένος κάποτε αγώνας του ποιητή μέσα από τις μεταπτώσεις, τις ωσμώσεις και το χάος να συντηρήσει αυτό που είναι η ψυχή, η αόρατη κλωστή, να βρει περάσματα ώστε να προσεγγίσει, να αποφλοιώσει, να προσδιορίσει με λόγο τελικά το ουσιαστικό, είναι δρόμος θολός. Κι εκεί, μεταξύ έκρηξης και παραίτησης, παράγεται ο στίχος και τον κρατάς απ' το μικρό του δαχτυλάκι. Δείτε εκεί που ματώνει η μνήμη την εκπληκτική αποστασιοποιημένη κατάληξη του ποιήματος Γενικό νοσοκομείο Λεβαδείας, όπου ο Θεοχάρης στην τσακισμένη, στην οιωνεί συνομιλία με τον άρρωστο πατέρα του στα όσα από ψυχής εξομολογείται, τη σπαρακτική αποστροφή: "...Και τι είδους σχιζοφρένεια είναι να σκέπτομαι, καθώς ψυχορραγείς, ότι η μνήμη της πορείας σου προς τον θάνατο μπορεί να γίνει καλό φαΐ για τον Μινόταυρο της Τέχνης μου, καλό φαΐ για τον Μινόταυρο της ματαιοδοξίας μου, πατέρα". Η συγκλονιστική αντίθεση, σχεδόν τεχνοκρατική, με τη μελαγχολία των προηγηθέντων στίχων στο αίνιγμα της ζωής υψώνει το ποίημα σε εκθέτη άκρως δραματικό. Ή αλλού: "... την άλλη φορά εκείνη η γυναίκα άλλων καιρών, που είχε περιβολάκι στην αυλή της, με μαρούλια και πράσα και βυσσινιές και κλήματα, ανεβασμένη στον υδατόπυργο με την παλιά σκουριά στις κολόνες του, πέταξε στον ουρανό ακολουθώντας την παρδαλή της κατσίκα και παρ' όλ' αυτά βέβαια, ο χρόνος συνεχίζει να ρέει ακάθεκτα, καταποντίζοντας σε βυθό αφανείας και λήθης τις αυταπάτες μας".
Η επίμονη αφή του με τα γεγονότα, η απέριττη στιχουργική, η ηθική των εννοιών με βαθιά αισθήματα και ακριβή γλωσσική ευεξία συναποτελούν τον αυθεντικό φορέα της ποίησής του με χαρακτηριστική ειλικρίνεια. Ειλικρίνεια που στις μέρες μας είναι είδος εν ανεπαρκεία και όπως λέει ο Σπονεχάουερ για τις δικές του μέρες: «οι μόνοι ειλικρινείς είναι οι εχθροί μας.»
Στην εποποιία της απώλειας, μ' έναν καταιγιστικό αλγόριθμο που χαρακτηρίζει όλο του το βιβλίο, έρχεται ένας λόγος παρηγορητικός να μετουσιώσει τη θνητότητα σε ποιητικό νόστο, να θρέψει την επιστροφή. Γράφει σαν να γράφει το κακό στην άμμο να ξεχαστεί και σκάβει το καλό πάνω στην πέτρα, μη και σβηστεί στο κύμα.
Παρά τη θλίψη, την πίκρα της θεματικής του, υπάρχει πάντοτε ένα γλυκό εσωτερικό φως στις εικόνες του· στα οικεία φαντάσματα που τον κατοικούν και τα κατοικεί στη σαρκοφάγο του χρόνου. Η συνήθως ελεγειακή μνήμη του δεν καταλήγει σε λυγμό αλλά σε λυρική εγκράτεια και λογισμό.
Άλλωστε, από την προμετωπίδα του βιβλίου, "Από τα όρια της σιγής/ φέρνω την ψίχα της ψυχής/ τη μνήμη", ξεδιαλύνει τις προθέσεις του να διατηρήσει ζωντανά τα γεγονότα μιας αυθεντικής εποχής κοινωνικού κυρίως προσανατολισμού. Θέματα που χτίζει με ταπεινά υλικά που ανασύρει από τα λαϊκά κοιτάσματα και τα προβάλλει με ποιητικό σθένος στο "τώρα", ώστε να διασωθούν ο τόπος και οι άνθρωποι, πιστεύοντας στη διαχρονική τους αξία. Ξετυλίγει το κουβάρι και στη φωνή του ανοίγονται τυφλά παράθυρα και πόρτες σε ακατοίκητα σπίτια.
Ο βιωματικός και ο βιολογικός κάποτε φόρτος των οδυνηρών εμπειριών του, ο στοχασμός του σε σχέση με τα πολιτικά και ιδεολογικά συμφραζόμενα της περιόδου είναι απολύτως καθαρός. Η μνήμη λοιπόν ως α-λήθεια αποτελεί το ποιητικό όχημα του συναισθήματος μιας κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας που μπορεί και με απλή παράθεση των νεκρών, όπως στα ποιήματα της σφαγής του Διστόμου, να διατρέξει ήσυχα τον άφατο πόνο· σαν να φυσάει ένα απαλό αεράκι αγάπης πάνω απ' τα μνήματα σ' αυτή την αιφνίδια αντιστροφή της τάξης της ζωής που φέρνει τα πάνω κάτω: Η λιτή σύλληψη του τραγικού που γράφει αδρά τη νεοελληνική μοίρα, την έντρομη ισορροπία.
Στον ασήμαντο, στον σχεδόν στιγμιαίο χρόνο της ανθρώπινης ζωής σε σχέση με τα τεράστια χρονικά μεγέθη του σύμπαντος, ο νους και η φαντασία μας στην προσπάθειά τους να τα διασχίσουν οδηγούνται με μιας στο άλμα και στην ποιητική αλκή. Εκεί που το σπάραγμα της μνήμης ολοκληρώνει το υποκείμενο της απώλειας και το απογειώνει δραματοποιώντας το εκθετικά: "Ξύπνησα και κατάλαβα πως είχα ονειρευτεί/ ζωντανό τον πατέρα μου// Πράγματι./ Στη ρίζα της πορτοκαλιάς βρήκα το αποτύπωμα/ των παπουτσιών του,/ κι ως την αυλόπορτα φλούδες από πορτοκάλι/ που πρέπει να καθάριζε φεύγοντας".
Σκέπτομαι πολλές φορές πως η τέχνη, η ποίηση, δεν είναι του κόσμου τούτου αλλά για τον κόσμο τούτο που φυσικά δεν τον αλλάζει, δημιουργεί ωστόσο μέσα από τη συγκίνηση μια σχέση προωθητική αναπτύσσοντας έναν ορίζοντα, διότι ο κόσμος δεν είναι μόνον ένα σωρευτικό ασυνεχές αλλά κι ένα αφανέρωτο συνεχές, που η κάθε φορά διαπίστωσή του μας φλογίζει.
Διάβασα το βιβλίο με τη σειρά κι ύστερα ανακατωμένα να δω τι αλλάζει δίχως τη σειρά του. Και στις δυο αναγνώσεις βρήκα τη βιογραφία της φτώχειας, της ανάγκης, τον πόνο τον αβάσταχτο της απώλειας και κυρίως τη γονιμότητα της απελπισίας νιώθοντας ομόρριζος και ομόθυμος στα της ποίησης και ζωής. Δεν ανήκω στους κριτικούς και στους αναλυτές, άλλωστε δεν το κατορθώνω, αλλά σ' αυτούς που δεν τεμαχίζουν, δεν αποδομούν την ομορφιά για να της κάνουν νεκροψία. Να νιώθω προσπαθώ, να συγκινούμαι· και ο Θεοχάρης το κάνει με περίσσεια αυτό, ας μου καρφώνει κάποτε το μαχαίρι στο πλευρό και με λυγίζει, όπως: Πού η αφετηρία;/ Πού ο τερματισμός;// Πασχίζω να μη γίνω αιώνιο τώρα// Νυχτώνει, ξημερώνει/ νυχτώνει, ξημερώνει/ νυχτώνει...


Ο Πάνος Κυπαρίσσης είναι ποιητής

Ζωή πως με παράδωσες μ' ένα φιλί στους δήμιους.

Προδοσία

Ζωή πως με παράδωσες μ' ένα φιλί στους δήμιους.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Οι δήμιοι σου, καλόγνωμοι, θάνατο δεν προστάζουν.
Είνε κι' αυτοί απ' τους τίμιους σου και τους ευγενικούς!
Χαμόγελο τα χείλη τους και γλυκό λόγο στάζουν
κ' έχουν κι' αγάπη και σκοπούς ωραίους και ιπποτικούς.

Ω, εμένα το αίμα μου έλειψεν απ' τη φριχτή αγωνία,
στον ξέσαρκό μου τράχηλο να σέρνεται η θηλιά
και να μη σφίγγη. Ω, ευγενική των δημίων μου μανία,
έχω μέσα στα στήθη μου σπασμένη την καρδιά.

Έχω σπασμένη την καρδιά. Μ' έχει η ζωή προδώσει
και μου ζητάνε να γελάσω αθώα και τρυφερά
και νάναι μεσ' στα μάτια μου χαρά και λάμψη τόση,
που να γενή στα ευγενικά σας όνειρα φτερά.

Εγώ πρέπει απ' τη λίγη μου σταγόνα να σας θρέψω
του αίματος, που φαρμάκωσε κι' αυτή μεσ' στην καρδιά.
Τα φάσματα των πόθων μου λουλούδια να σας δρέψω
και να δεχτώ σα μιαν αυγή την τελευταία βραδιά.

Κι' αν η σπασμένη μου καρδιά τρίξη στο σαρκασμό μου,
κι' αν αντί δάκρι στάξουνε τα μάτια μου φωτιά,
θα μου ραβδίσετε το χυδαίο κι' άπρεπο στοχασμό μου
ευγενικά στυλώνοντας την βλοσυρή ματιά.

Όμως η βαριά μοίρα μου δεν είναι ο θάνατός μου.
Μεσ' στην καρδιά βόσκουνε πληγές από φωτιά.
Ποιος από σας, ανύποπτα, τίμιος θα γίνη εχθρός μου
στον ξέσαρκό μου τράχηλο να σφίξη τη θηλιά!

Τρίτη, 26 Απριλίου 2011

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2011

δεν ειναι αυγη να σηκωθω.....




σαν σαλπαρει ο νους καμια τρικυμια δεν τον σταματα.
σαν ξεσηκωθει η ψυχη στις μυρωδιες, στα χρωματα, στις μουσικες,
στη γλυκυτητα, στο ενιαιο της υπαρξης, στην ολοτητα της ζωης...
κανενα κελι δεν την χωρα και καποια ακτινα θα βρει να ιππευσει, να ενωθει με το νου και να πραγματωσει το ανεπαναληπτο του θαυματος, την πανηγυρικη ιεροτελεστια της υπαρξης της.
γιατι η προχειροτητα και το ασημαντο δεν ταιριαζουν.

Κυριακή, 24 Απριλίου 2011

Έρχομαι κι εσύ κοιμάσαι





ξυπνα που να ζεις και νασαι,φουντωτη μου λεμονια.
Λιβισιανη μου περδικα, στα νυχια σου μπερδευτηκα.

της καρδιας μου τα κλειδακια, παρε τα και ανοιξε
εχει μεσα γκιουλμπαξεδες,εμπα και σεργιανισε
ελα και μην την βαρεθεις τη στρατα ναρθεις να με βρεις...


α-θανατοι,λιτοι,ουσιαστικοι,περιεκτικοι στιχοι.

Σάββατο, 23 Απριλίου 2011

"Εικόν' αχειροποίητη" - ερμηνεύει η Μαρία Κώτη





καλη ανασταση, γλυκια πασχαλια!!!
ας ζησουμε ο,τι μας αναλογει κι ας ειμαστε παροντες στη ζωη μας και κυριως στη μνημη και στα αγαπημενα και τα α-διαπραγματευτα! χους ει και εις χουν απελευσει..
Χρονια πολλα,δυνατα,ορθια,δυνατα.

Ελλάδα ατέλειωτη

Ελλάδα ατέλειωτη

Παρασκευή, 22 Απριλίου 2011

τέλειωνε η προσφορά της προσπάθειας,...

Πριν την Ανάσταση

Ίσως να ήταν περί το μεσονύχτι,
πριν ή μετά, δεν ξέρω, ξύπνησα
στο σκοτάδι όμως, θαρρείς,
δεν ανοίγουν τα μάτια.

Τι ώρα πηγαίναμε στην εκκλησία τότε;
Κάποτε δεν κοιμόμασταν, περιμένοντας,
ή μας έπιανε ύπνος ελαφρύς
και ξυπνούσαμε καλοδιάθετοι,
με τις πρώτες καμπάνες.

Χρόνια τώρα, δεν πηγαίνω στην εκκλησία.
Χάνεται μέσα μου η σημασία της,
ώσπου πια καθόλου... Είναι δυνατόν,
τίποτα να μην απομένει
απ' την εύχαρη του ανθρώπου ηλικία;
Πόσο είχα παρακαλέσει, ώσπου έπαψα.
Ανάσταση περίμενα απ' τις φτωχές μου
αισθήσεις, του σώματος. Αν όχι τίποτ' άλλο,
τώρα, που δεν πιστεύω, γνωρίζω
την αμαρτία μου.
Πόσο ήταν ωραία, τότε...
Στεκόμασταν στον αυλόγυρο,
γεμάτον κόσμο ελεύθερο. Γελούσαν,
μιλούσαν οι άνθρωποι.
Η ορθοδοξία
αφήνει ακέριο το πνεύμα της προσφοράς.
Ελεύθερα να προσέλθω σε σένα, Κύριε.
Οι άνθρωποι φαίνονταν ξεκούραστοι,
την γιορτή περιμένοντας, το αύριο
νάρθει της χαρούμενης μέρας,
έλαμπε το βλέμμα, το πρόσωπο.

Με πνίγει τούτο το σκοτάδι.
Δεν θέλω ν' ανάψω το μέτριο φως.
Θα μου στερήσει τα ενθύμια που βλέπω,
τα πράγματα ορίζοντας γύρω μου.
Πώς περιμέναμε την Ανάσταση!
Δίχως αμφιβολία έρχονταν η Λαμπρή,
«Αναστάσεως ημέρα λαμπρυνθώμεν λαοί».
Άνοιγαν οι πύλες, η πομπή προχωρούσε
με ψαλμούς κι' εξαπτέρυγα, άστραφταν
τα πολύτιμα, άναβαν μυριάδες τα κεριά
των χριστιανών, φλόγες πίστης,
σημείο χαράς.
Μιαν μικρήν εικόνα της Ανάστασης
είχε η ενορία μας. Σπρωχνόμασταν
για ν' ασπαστούμε, οχλαγωγή. Γελούσαν
χαρούμενοι οι πιστοί, στα χέρια
κόκκιν' αυγά, άναβαν βεγγαλικά
κι' οι μεγαλείτεροι σαν τα παιδιά.

«Ουκ έστιν ώδε αλλ' ηγέρθη».
Μένω ξαπλωμένος, δεν ανάβω το φως,
δεν περιμένω τίποτα.
Δεν πάω με τους άλλους να μοιραστώ
την πλάνη της χαράς.
Χαρά δεν υπάρχει;

Υπάρχει πάντα η ανάσταση,
όχι ορισμένη και πιθανή,
υπάρχει απίθανη περίλαμπρη δόξα,
η φωτεινή έκσταση, δεν μπορούν
δίχως αυτήν οι άνθρωποι,
που περιμένουν σε νηστεία και προσευχή.

«Ουκ έστιν ώδε αλλ' ηγέρθη».
Ακόμα δεν ήρθε η ώρα, φαίνεται.
Δεν ακούω τους χαρμόσυνους ήχους.
Πόσο ακόμα και τότε, σαν η καταστροφή
της άρνησης, η αμφιβολία είχεν αρχίσει,
με συγκινούσε βαθειά η χαρά
πάνδημη του κόσμου συμμετοχή, στην γιορτή.

«Χριστός ανέστη». Ύμνος κι' οι κρότοι
των όπλων κι' όλες οι καμπάνες μαζύ,
σ' όλην την πόλη κι' οι άνθρωποι
όλοι μαζύ είχαν την ίδια χαρά,
τέλειωνε η προσφορά της προσπάθειας,
τους πένθους, της συλλοής.

Κοιτάζω το παρελθόν.
Δεν σ' αρνιέμαι, Κύριε, της αγάπης,
της ανάστασης ένδοξης του ανθρώπου.
Πολλή με σκεπάζει αμαρτία της γνώσης,
όμως θα περιμένω μιαν αρχή της αγάπης
ξανά, που δίνεται παρηγοριά
της θλιμμένης επίμονης σκέψης.

Αρχή, χαραυγή,
«ήν δε όρθρου βαθέος...»
Να πιστέψουμε στην ημέρα της ζωής.
Ελπίδες, αναμνήσεις δεν αρκούν
οι κόποι. Η σκέψη θολώνει
το κόκκινο της θυσίας αίμα.

Πρέπει το σώμα να σηκωθεί,
να πάει με τους άλλους μαζύ, να χαρεί
την γιορτή, την απλή χαρά,
να δεχτεί την πλούσια συμμετοχή,
να παραδεχτεί τη χαρά προσιτή.
Ανάσταση να χαρεί, λευτεριά
ύστερ' απ' το πλήθος του πόνου,
πίστη, την αγάπη του ανθρώπου.

Από τη συλλογή Της μοναξιάς και της έπαρσης (1951

Στο ταξίδι που σε πάει (Palamas)




μπορουμε να υποκλιθουμε στο πενθος του εσταυρωμενου; μπορουμε να συγκλονιστουμε απο τον θρηνο της Παναγιας; ακομα και με σταση συναισθηματων, αισθηματων και προσεγγισεων; ακομα και πτωχευμενοι και παρακμιακοι καννιβαλλιζοντες;
οχι, λοιον. μονο αν μαθαμε να θυσιαζουμε εαυτον για αλλον. και δεν το μαθαμε. μαθαμε να κατασπαραζουμε ή να υπονομευουμε. μαθαμε να χτυπαμε ή να κατατρωμε αθεατα. αν ζουσαμε τοτε ίσως μας εξεδιωκε εκ του ναου κι ισως η παρθενος δεν μας αποδεχοταν ως συμπαραστατες στο πενθος της. διοτι αν δεν εχεις υπερασπιστει και θυσιαστει ποτε σου για τιποτε που να ξεφευγει από τα ορια της αυλης σου και της τσεπης σου, δεν σε αφορα, κανενα Παθος και κανενα Πενθος. Καλο Πασχα!

Τετάρτη, 20 Απριλίου 2011

Η ΜΑΝΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ.



Πώς οι δρόμοι εβωδάνε με βάγια στρωμένοι,

ηλιοπάτητοι δρόμοι και γύρο μπαξέδες!

Η χαρά της γιορτής όλο και πιότερο αξαίνει

και μακριάθε βογγάει και μακριάθε ανεβαίνει.

Τη χαρά σου, Λαοθάλασσα, κύμα το κύμα,

των αλλώνε τα μίση καιρό τήνε θρέφαν

κι αν η μάβρη σου κάκητα δίψαε το κρίμα,

να που βρήκε το θύμα της, άκακο θύμα!

Α! πώς είχα σα μάνα κ’ εγώ λαχταρήσει

(είταν όνειρο κ’ έμεινεν, άχνα και πάει)

σαν και τ’ άλλα σου αδέλφια να σ’ είχα γεννήσει

κι από δόξες αλάργα κι αλάργ’ από μίση!

Ενα κόκκινο σπίτι σ’ αβλή με πηγάδι…

και μια δράνα γιομάτη τσαμπιά κεχριμπάρι…

νοικοκύρης καλός να γυρνάς κάθε βράδυ,

το χρυσό, σιγαλό και γλυκό σαν το λάδι.

Κι αμ’ ανοίγεις την πόρτα με πριόνια στο χέρι,

με τα ρούχα γεμάτα ψιλό ροκανίδι,

(άσπρα γένια, άσπρα χέρια) η συμβία περιστέρι

ν’ ανασαίνει βαθιά τ’ όλο κέρδον αγέρι.

Κι αφού λίγο σταθείς και το σπίτι γεμίσει

τον καλό σου τον ήσκιο, Πατέρα κι Αφέντη,

η ακριβή σου να βγάνει νερό να σου χύσει,

ο ανυπόμονος δείπνος με γέλια ν’ αρχίσει.

Κι ο κατόχρονος θάνατος θα φτανε μέλι

και πολλή φύτρα θα φηνες τέκνα κι αγγόνια

καθενού και κοπάδι, χωράφι κι αμπέλι,

τ’ αργαστήρι εκεινού, που την τέχνη σου θέλει.

Κατεβάζω στα μάτια τη μάβρην ομπόλια,

για να πάψει κι ο νους με τα μάτια να βλέπει…

Ξεφαντώνουν τ’ αηδόνια στα γύρο περβόλια,

λεϊμονιάς σε κυκλώνει λεπτή μοσκοβόλια.

Φέβγεις πάνου στην άνοιξη, γιε μου καλέ μου,

Ανοιξή μου γλυκιά, γυρισμό που δεν έχεις.

Η ομορφιά σου βασίλεψε κίτρινη, γιέ μου,

δε μιλάς, δεν κοιτάς, πώς μαδιέμαι, γλυκέ μου!

Καθώς, κλαίει, σαν της παίρνουν το τέκνο, η δαμάλα,

ξεφωνίζω και νόημα δεν έχουν τα λόγια.

Στύλωσέ μου τα δυο σου τα μάτια μεγάλα:

τρέχουν αίμα τ’ αστήθια, που βύζαξες γάλα.

Πώς αδύναμη στάθηκε τόσο η καρδιά σου

στα λαμπρά Γεροσόλυμα Καίσαρας να μπεις!

Αν τα πλήθη αλαλάζανε ξώφρενα (αλιά σου!)

δεν ήξεραν ακόμα ούτε ποιο τ’ όνομά σου!

Κει στο πλάγι δαγκάναν οι οχτροί σου τα χείλη…

Δολερά ξεσηκώσανε τ’ άγνωμα πλήθη

κι όσο η γήλιος να πέσει και νάρθει το δείλι,

το σταβρό σου καρφώσαν οι οχτροί σου κ’ οι φίλοι.

Μα γιατί να σταθείς να σε πιάσουν! Κι ακόμα,

σα ρωτήσανε: “Ποιος ο Χριστός;” τι πες “Να με”!

Αχ! δεν ξέρει, τι λέει το πικρό μου το στόμα!

Τριάντα χρόνια παιδί μου δε σ’ έμαθ’ ακόμα!




Kώστας Βάρναλης Το Φώς που καίει