Δευτέρα, 28 Ιουνίου 2010

Στρίγγλα Μάννα Αλ. Παπαδιαμαντης.

Πώς το είχε πάθη, να καταντήση σχεδόν τρελός, κανείς δεν ήξευρεν। Άλλοι έλεγαν ότι του είχε προέλθει από έρωτα· άλλοι έλεγαν ότι, όταν υπηρέτει ως κληρούχος εις το πολεµικόν ναυτικόν, ο κυβερνήτης τού πλοίου, διά µικρόν πταίσµα τού είχεν επιβάλη υπερµέτρως σκληράν και βάρβαρον τιµωρίαν· άλλοι έλεγαν ότι η ιδία η µάνα του τον είχε τρελάνη, µε τις στριγλιές και µε τις βλασφήµιες της।
Επήγαινεν ανάµεσα για χταπόδια ή για ψάρια µε τις βάρκες। Αν του έδιδαν µερίδιον από την άγραν, το έπαιρνε, αν δεν του έδιδαν, δεν εζήτει।
Η µητέρα του έτρεχε µε τις φωνές εις τα σπίτια των ψαράδων, κ' εζητούσε διά της βίας το µερίδιον· εφώναζεν ότι αδικούσαν το παιδί της — ο Θεός κ' η γης να τους εύρη!Η γυναίκα του βαρκάρη µε όρκους διεµαρτύρετο ότι δεν έβγαλεν ο άνδρας της ψάρια· ούτε γαρίδα! Η µητέρα του Ζάχου δεν τα επίστευεν αυτά, επειδή πολλάκις είχε καή η γούνα της! Αυτή η ιδία τον εβίαζε να πηγαίνη µε τις βάρκες· αυτή τον ηνάγκαζε να πάη να σκάψη τ' αµπέλι– γιατί δεν είχε να πληρώση µεροκάµατα· αυτή τον υπεχρέωνε να κάµνη όλες τις δουλειές।
Εκείνος υπέκυπτεν εις την θέλησίν της την υπερτέραν, ως να ήτον ακόµη παιδίον. Και ήτον ως εικοσιπέντε ετών. Τον περισσότερον καιρόν, όταν δεν είχε δουλειά, ή όταν δεν του είχεν εύρη δουλειά η µητέρα του, τον επερνούσε καθήµενος επάνω εις µίαν πεζούλαν, αντικρύ εις το παραθυράκι της κουζίνας του νέου δηµάρχου.
Ο νέος δήµαρχος ήτον άγαµος, και είχεν αναλάβη υπό την σκέπην των πτερύγων του την δασκάλισσαν, ως ξένην και απροστάτευτον νέαν, ήτις εκατοικούσεν αντικρύ της οικίας του από τον επάνω δρόµον, παράλληλον της παραθαλασσίας αγοράς, προς την οποίαν έβλεπεν από την άλλην πλευράν η οικία τού δηµάρχου. Εκεί, κάτω από τα παράθυρα της νεαράς δασκάλας και αντικρύ της δηµαρχικής οικίας, εκάθητο ο Ζάχος µονοτόνως επί ώρας, κ' έπαιζε µονότονους ήχους, σχεδόν άνευ ρυθµού κα ιµέλους µε το µπουζούκι του. Εκεί, το δειλινόν θερινής ηµέρας, έµελπε το άσµα·
Κρέµετ' η καπότα στην αλυγαριά· ντέρτι και µαράζι κι' αναπαραδιά!
Με το άσµα τούτο, και αν εζήτει να ελκύση την προσοχήν των νεαρών γειτονισσών, ακριβή συνείδησιν δεν είχε του πράγµατος αλλά µάλλον, Σαούλ άµα και ∆αυίδ εις τον εαυτόν του, επροσπάθει διά της µουσικής ταύτης να διασκεδάση την ιδίαν τρέλαν του.
Πλην τότε, καθώς είχεν αρχίσει να τονίζη το άχαρι άσµα, µόλις παρήρχοντο ολίγα λεπτά, και ηκούετο φοβερά οξεία φωνή από το πέραν µπαλκόνι, από την άκρην της σειράς, πέντε ή εξ σπίτια πάρα-πέρα, προς το δυτικόνµέρος. –Ε!σκασµός! ...έλα γλήγορα!... Η βάρκα καρτερεί... Ο Ζάχος καταρχάς δεν έδιδε προσοχήν, ή µάλλον δεν αντελαµβάνετο ευκρινώς, κ' εξηκολούθει να παίζη το µπουζούκι του.
Ήτο δειλινόν, και ήτον γλυκεία δροσίτσα εις το µπογάζι εκείνο του δροµίσκου. Με το άσµα του εβαυκάλιζε τον µεσηµβρινόν ύπνον τής δασκάλας, ήτις είχε κάµη εξετάσεις και απήλαυε την άνεσιν των διακοπών, και µε το άσµα του, ως µε κέλευσµα, συνώδευε τα πλυσίµατα των πιάτων, τα σφουγγαρίσµατα, και όλα τ' ανεβοκατεβάσµατα της Αµέρσας, της θεραπαινίδος του δηµάρχου, η οποία ξυπόλυτη, ξεσκούφωτη, ξεκάλτσωτη, έκαµνε τις δουλειές της, και δεν εφαίνετο να δίδη προσοχήν εις το άσµα και εις τον τραγουδιστήν. Κατεδέχετο µόνον να γελά ενίοτε, όταν άλλες γειτόνισσες επείραζαν διά λόγων τον Ζάχον.Αυτή δεν του είχεν αποτείνη ποτέ τον λόγον. –Αχ!Ζάχο µου,Ζάχο! έλεγεν η Ακρίβω η Ανυφαντίνα. «Όποιος θέλη ν' αγαπήση, θέλει να χασοµερήση! ...». Κ' εσένα, πού σ' αφήνει να χασοµερήσης η προκοµµένη ηµάνα σου! ∆ευτέρα φωνή ήρχετο από το πέραν µπαλκόνι. Η Ζωγάρα, η µητέρα του Ζάχου, εξηκολούθει να φωνάζη: – Βρε συ, τίνος το λέω;... Θα τσακιστής από κει γλήγορα ή θα 'ρθω να σου κάµω ταµούτρα σου... µαύρα σαν το µπουζούκι!... Ο Ζάχος εις απάντησιν εγέλα τον γέλωτά του, τον σκαιόν και θλιβερόν. Η φωνή της µητρός του δεν επενήργει επ' αυτού µακρόθεν. Αλλ' η παρουσία της πλησίον ήτον εξόχως επιβάλλουσα.
Ήτον Αύγουστος µην, καιρός που λαµβάνουν τα µέτρα τους οι άνθρωποι, όσοι µιµούνται τον µύρµηκα, όχι τον τέττιγα, και θέλουν να ξεχειµωνιάσουν. Η Ζωγάρα είχε διαθέσει ήδη τον υιόν της, τον είχεν ενοικιάσει, τον είχε βάλη εις αγώγι. Μεγάλες βάρκες θα έπλεαν προς ξύλευσιν και µεταφορά καυσόξυλων ανά τας έρηµους ακρογιαλιάς, µακράν του λιµένος, κάτω από τους πευκώνας και τους δρυµούς της νήσου. Εις µίαν απ' αυτές τις βάρκες η Ζωγάρα είχε στρατολογήσει τον Ζάχον. Της εχρειάζοντο καυσόξυλα διά τον χειµώνα. Σαν είδεν η Ζωγάρα, ότι ο υιός της είχε κωφεύσει εις τας δύο προσκλήσεις της, επήρε µίαν µακράν στραβολέκαν ή µαγγούραν την οποίαν είχε διά στήριγµα εις τας εκδροµάς της ανά τους αγρούς—χρησιµεύουσαν προσέτι και διά να φθάνη τα σύκα εις τα ξεκλώναρα των δένδρων, των ιδικών της, καθώς και των γειτονικών, όσα ευρισκόµενα παρά το σύνορον εσκίαζον το αµπέλι το ιδικόν της— και κατέβη εις τον δρόµον. Ολίγα βήµατα, κ' ευρέθη πλησίον του Ζάχου. –Γκρεµοτσακίσου τώρα,κι' άφσε το µπουζούκι σου! ... Να κάθωνται τρεις νοµάτοι να σε καρτερούν εσένα! ... Θα πας για ξύλα, τώρα, είπαµε!... Αυτό δα είνε κοντά στο νου!... Ο Ζάχος, σαν είδε την µητέρα του, είδε και την µαγγούραν, ήκουσε και την φωνήν της πλησίον εκεί, εσηκώθη, επήρε το µπουζούκι του, κ' έφυγε τρέχων. Επήγε στο σπίτι, εφόρεσε τα ρούχα «της φωτιάς», επήρε το ζεµπίλι του και τα εφόδια και τα σύνεργα, αξίνην και κλαδευτήρι κτλ. , τα οποία είχεν έτοιµα η µάνα του, κ' επήγε να της φέρη ξύλα διά να ζεσταίνεται τον χειµώνα. *

* * Έλεγαν πως τον είχε τρελάνει η µάνα του!... Αυτό το παιδί τής είχε µείνη µόνον... ∆ύο άλλοι υιοί της είχον ξενιτευθή εις την Αµερικήν, εις τον Ειρηνικόν Ωκεανόν, εις την Πολυνησίαν... Είχε στείλη γράµµατα εις προξένους και εις αρχάς, εις τας αστυνοµίας των αµερικανικών πόλεων του Σικάγου και της Φιλαδελφείας... ∆ύο ή τρεις άλλοι«σουρτούκιδες», υιοί άλλων µητέρων, είχον ανευρεθή άλλοτε µε τον τρόπο αυτόν. Αλλ' οι υιοί οι δικοί της δεν ανεκαλύφθησαν πουθενά. «Μήτε γράµµα µήτε απολογία». Ούτε φωνή ούτε ακρόασις. Ο κόσµος έλεγεν, ότι αυτή µε την αστοργίαν της τους είχεν αποξενώσει, αυτή τους είχε κάµη να σουρτουκέψουν. Είχε δύο θυγατέρας, και ήτον χήρα, και οι υιοί της την είχαν παραιτήσει, κ' έκλαιε και ωδύρετο, κ'«εψήλωνεν ο νους της»! ...Πώς θα τας υπανδρεύση, πώς θα τας αποκαταστήση! ... Και τας εβλασφήµει, και τας κατηράτο, να µην είχαν ποτέ γεννηθή, να µη σώσουν να πάνε παραπάνω!... Και τας υπάνδρευσε καλά... Τας εστόλισε και τας εστεφάνωσε, την µίαν κατόπιν της άλλης... και τας εσκέπασε και τας εκουκούλωσεµε το χώµα... «Πήραν την πλάκα πεθερά», πήραν τοµνήµα προίκα, τοµαύρο χώµα σύντροφο!... Τα δύο κορίτσια, ως φαίνεται, είχαν γείνη φθισικά, και απέθαναν όπως είχαν γεννηθή ηµία δεκαοκτώ µήνας κατόπιν της άλλης... Κ' έτσι ηµάνα τους δεν είχε πλέον καϋµόν, πώς θα τας υπάνδρευεν... Έλεγεν ο κόσµος ότι αυτή τας είχε ψωµοφάγηµε την γρίνια, µε τη στριγλιά της, µε τις βλασφηµίες και τις κατάρες...Κ' αι δύο κόραι ετάκησαν κ'εµαράνθησαν,κ' εκοιµήθησαν βαθειά εις τον τάφον, και δεν ήτο φόβος πλέον να της ζητήσουν προικιά! ... Κι' αυτή τας εµακάριζε, διότι επήγαν, αθώες, εις τον Παράδεισον.
Της είχεµείνη µόνον αυτός ο υιός, ο Ζάχος, τον οποίον αυτή ωνόµαζεν«ο ζουρλός, ο αχαΐρευτος!» Και τον έστελλε διά να κάµνη όλας τας αγγαρείας, και να της φέρη και ξύλα. Α! αυτός ποτέ δεν θα της εζήτει προικιά.
Η µόνη προίκα του ήτον αυτό το µπουζούκι, µε το οποίον, µελαγχολικός Σαούλ, άχαρις ∆αυίδ, διεσκέδαζε την τρέλαν του... Πλεια αυτό το έρµο το µπουζούκι η µάνα του το είχεν «αγκάθι στα µάτια της», κ' εσκέπτετο καµµίαν ηµέρα να του το πετάξη, να το σφενδονήση εκεί που, αν ήθελε, ας επήγαινε να το εύρισκε! Επίστευεν ότι αυτό εµπόδιζε τον Ζάχον να είνε προκοµµένος, και τον έκαµνε ανίκανον να εκτελή όλας τας αγγαρείας που ήθελεν αυτή. Το είχε κρύψει µίαν φοράν ή δύο. Εδίσταζε να το πετάξη όλως διόλου, ή να το σπάση και να το καταστρέψη... Ίσως να ήτο καλόν διά την Κυριακήν και τας εορτάς· όχι να κάθεται τας καθηµερινάς το δειλινόν την ώραν που η Εύα εκρύβη εις τον Παράδεισον σαν εκροτίσθη µε τ' αυτιά της– και να τραγουδή την«καπότα στην αλυγαριά» αντικρύ στα παράθυρα τού δηµάρχου, διά να γελούν µαζύ του η δασκάλισσα, κ' η Ακρίβω η Ανυφαντίνα, κ' η Αµέρσα, κι' ο ίδιος ο δήµαρχος! Το είχε κρύψει, λοιπόν, (διά να µην το παρακάνη) κάτω εις το κατώγι του σπιτιού, την µία φοράν µέσα εις ένα πιθάρι άδειο, µε σπασµένον στόµιον, και το στόµιον το εκάλυψε µ' ένα κόσκινον· την άλλην φορά ανάµεσα εις τα καυσόξυλα, υποκάτω εις τον σοφάν, εις το σκότος και εις την υγρασίαν. Αλλά και την µίαν και την άλλην φορά ο Ζάχος έψαξε, το ηύρε, εγέλασε µέγαν γέλωτα παράφρονος χαράς· το επήρε πάλιν, και της έφυγε, και ήρχισε «να το ρίχνη έξω», και να τραγουδή την «καπότα στην αλυγαριά».
Τέλος την ηµέρα εκείνην κατώρθωσεν αυτή να τον φέρη εις θεογνωσίαν, και τον εκατάφερε να πάη να της κουβαλήση καυσόξυλα, διά να έχη να ζεσταίνεται τον χειµώνα.

* * * Σιµά εις όλα τ' άλλα, ο κόσµος την είχε διά «γρουσούζα» διά«γουρνοπόδαρη». Ήτον απαισία. Άµα επρόκειτο ν' αποπλεύση καµµία βάρκα ή κανένα καΐκι και ο καραβοκύρης ή οι σύντροφοι την συνήντων εις τον δρόµον, εγύριζαν οπίσω και ανέβαλλον την αναχώρησιν. Όταν συνοδία τις ήτον ετοίµη ν' αναχωρήση εις εξοχικήν εκδροµήν, και την εύρισκε καθ' οδόν, έµενε, δεν ανεχώρει. Εάν εξεκίνει τις δι' εµπορικήν ή άλλην επιχείρησιν, αλλοίµονον αν την εύρισκεν εµπρός του! Όταν επρόκειτο περί αρραβώνος ή γάµου, και η πεθερά ή η γυναικαδέλφη την εύρισκε µπροστά της, και αυτή της ηύχετο «ώρες καλές!» ω! οι ώρες εκείνες εγίνοντο κακές ώρες, κ' εσήµαινον ότι δεν ήτον «κεσµέτι» να γείνη το µελετώµενον συνοικέσιον!
Όταν µετά δύο ηµέρας επέστρεψεν ο Ζάχος από τα ξύλα, αφού τα εξεµβαρκάρισαν, κ' εκουβάλησε κι' αυτός το µερίδιόν του, —η µητέρα του εφρόντισε να είνε παρούσα, καθώς θα έλεγεν η γείτων δασκάλα, εις όλον το ξεµβαρκάρισµα και το µοίρασµα, διά να µην γελάσουν τον Ζάχον και του δώσουν µισό µερδικό— κ' εγέµισε το κατώγι του σπιτιού της µητέρας του, ησθάνθη την ανάγκην τής αναψυχής, και«το έριξε» χειρότερα έξω, αυτός και το µπουζούκι του.
Επί τρεις ηµέρας, όχι µόνον παρήκουσεν εις τας διαταγάς της µητρός του, αλλ' ούτ' επαρουσιάσθη εις τους οφθαλµούς της. Είχε δραπετεύσει, είχε ξεπέσει εις άλλην γειτόνων, όπου «δεν έφθανεν η χάρη της». Αυτή τον εκυνηγούσε, και δεν ηµπορούσε να τον συµµαζώξη, δεν ηµπορούσε να τον ανακάλυψη. Ούτε ήλθεν εις την οικίαν διά να κοιµηθή την νύκτα. Εκοιµάτο, αυτή δεν ήξευρε πού, εις µικροκαπηλεία, εις τον Απάνω Μαχαλά, ή εις το ύπαιθρον. Μερικοί εύθυµοι νέοι, οπού έκαµνον θόρυβον εις τις γειτονιές την νύκτα, τον είχαν κάµη«παρέα», και τον έσερναν µαζύ τους, διά να τους παίζη την«καπότα στην αλυγαριά», και άλλα τραγούδια. Επί τρεις ηµέρας και δύο νύκτας αυτός συνδιητάτο και συνηγελάζετο µαζύ τους. Εφαίνετο ότι η συντροφιά εκείνη τον έτρεφε µε λωτόν, ότι τον επότιζε το ύδωρ της Λήθης κ' εξέχασεν, ο πτωχός, τηνµητέρα του.
Τότε η Ζωγάρα έγεινε σκύλα, έγεινε τούρκα, µετενόησε πικρώς διατί να µην το έχη σπάσει, διατί να µην το έχη κάψει στην εστίαν της µίαν ηµέραν χειµερινήν το µπουζούκι τού υιού της, αφού τούτο, ως της εφαίνετο, τον έκαµνε να χάνη τα µυαλά। Εν τω θυµώ της, δεν υπέφερεν αυτή να χολοσκάνη και να βράζη επί πολύ, όπως άλλαι γυναίκες, µέσα της, αλλά προέβη ευθύς εις γενναίαν απόφασιν। Το κατάστηµα της τότε νεοϊδρύτου στρατιωτικής αστυνοµίας ετύγχανε να είνε γειτονικόν, πλησίον εις την οικίαν της। Ιδούσα δύο νεαρούς χωροφύλακας παρά την θύραν του στρατώνος, επλησίασε και τους λέγει: – ∆εν κάνετ' ένα έλεος,παιδιά, έτσι να σας δεχτούν µε το καλό οι µανάδες σας — να πάτε να βρήτε κείνον το γυιό µου, τον παλαβό, να του πάρετε κείνο το µπουζούκι απ' τα χέρια του;... –Το µπουζούκι, είπες κυρά; ηρώτησεν ο ένας. – Κείνο το µπουζούκι! ... έτσι να σας χαρούν οι µανάδες σας! ...Γιατί σουρτούκεψε καιµουρλάθηκε, κ' έχασε το µυαλό του... και δενµπορώ να τον µαζώξω! ... όλο απ' αυτό το µπουζούκι... – Καλά κυρά. Οι δύο νεαροί χωροφύλακες µόνον αφορµήν εζήτουν. Το ν' αρπάσουν δύο ένοπλοι εν πράγµα από τας χείρας ενός αόπλου, δύο φρόνιµοι εν µουσικόν όργανον από τας χείρας τρελού, ακινδύνου µάλιστα τρελού, είνε τόσον εύκολον και τόσον διασκεδαστικόν. — Κ' έτσι το βράδυ εκείνο ο Ζάχος ευρέθη χωρίςµπουζούκι ॥ .

Έχασε το όργανον του ο πτωχός τρελός, ο υποχονδριακός Σαούλ, ο ατερπής ∆αυίδ, και τώρα κλαίει, άνευ ρυθµού καιµέλους, κλαίει µέσα του την συµφοράν του, την οποίαν πικρώς µισοαισθάνεται। ∆εν είχεν υπάγει εις τον Ειρηνικόν Ωκεανόν διά να εύρη τους δύο αδελφούς του, και δεν κατήλθεν υπό την κρύαν πλάκα εις τηνµαύρην γην, διά να συναντήση τας δύο αδελφάς του. Έµεινε κτήνος άµουσον και άχαρι εις την υπακοήν τηςµητρός του, διά να της κουβαλή ξύλα, όσον βαστούν οι πλάτες του! Και ως πόσα θα της κουβαλήση ακόµα! Και ως πόσους χειµώνας θα ζεσταίνεται αυτή! Μόνον µίαν ηµέραν της είπε µε ήθος πολύ ταπεινόν. – ∆εν λες, µάνα, της Ακρίβως, να πη της Αµέρσας, να πη της δασκάλας, να πη του δηµάρχου, κι ο δήµαρχος να πη του αστυνόµου, κι ο αστυνόµος να διατάξη τους χωροφυλάκους, να µου δώσουν τοµπουζούkι µου πίσω! Έβλεπε τάχα, ως τρελός, την ιεραρχικήν άλυσιν, µε την οποίαν εφαίνοντο να είνε δεµένοι όλοι οι φρόνιµοι; Και ησθάνετο ότι αυτός δεν ήτο απηλλαγµένος από την περίσφιγξιν της αλύσεως

ταύτης;
Τίς έµαθεν αν του απέδωκαν ποτέ το άχαρο µπουζούκι, το όργανον της παρηγορίας του; । । . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Μετά καιρόν εγνώσθη ότι ο εις των δύο νεαρών χωροφυλάκων είχε µετατεθή και έλαβε φύλλον πορείας. Ενώ ούτος έµελλε να επιβιβασθή εις πλοίον διά ν' απέλθη εις την Στερεάν, µεγάλη έρις και λογοµαχία ήναψεµεταξύ των δύο οµοσκήνων περί της κατοχής τουµπουζουκιού. Ο φεύγων επέµενε να το πάρηµαζύ του, ο µένων ήθελε να το κρατήση. Ο δεύτερος εκράτη την κεφαλήν του οργάνου, ο πρώτος ετράβα την ουράν. Ούτος ήτον λίαν θυµώδης και πείσµων, και σφόδρα εξαφθείς έκραξε: – Το σπάζω καλλίτερα!απ' το παράθυρο το ρίχνω,όχι!... θα το κράτησης εσύ! ... Και αµ' έπος αµ' έργον. Ο νεαρός ούτος χωροφύλαξ ωµοίαζεµε τους αιρετικούς, οίτινες, διότι τους εξέφυγεν, επάνω εις την σειράν της διαλεκτικής των, µια κακοδοξία, εννοούν να εµµείνουνµέχρι θανάτου εις αυτήν, διά ναµη χάσουν την φήµην ότι είνε αλάνθαστοι. Κατ' αρχάς, µάλλον ηµιαστειευόµενος και ηµιωργισµένος, εξέφερε την απειλήν ταύτην, είτα, διά ναµη φανή ότιµαταίως ηπείλει, ηθέλησε να πραγµατοποιήση την απειλήν. ∆ιά σφοδρού κινήµατος, απέσπασε το όργανον από τας χείρας του άλλου, χαλαρωθείσας προς στιγµήν από την απορίανµεθ' ης εκείνος εκύτταζε τον σύντροφόν του, και διά του ανοικτού παραθύρου το εσφενδόνισεν έξω. Κάτωθεν ακριβώς του παραθύρου του πατώµατος, ήτο το σιδηρόφρακτον παράθυρον του ισογαίου, το οποίον εχρησίµευεν ως κρατητήριον. Μία προβατίνα βαθύµαλλος, µε τα δύο αρνιά της, τα οποία δεν είχαν ανάγκην να δεθούν διά ναµη φύγουν, ήτον δεµένη από τα σίδερα του παραθύρου τούτου, οδηγηθείσα εκεί υφ' ενός των αγροφυλάκων ίσως. Το µπουζούκι, καθώς είχεν εκσφενδονισθή, περιεστράφη επί στιγµήν εις τον αέρα, και είτα έπεσεν ακριβώς επάνω εις την πολύµαλλον ράχιν της προβατίνας, ήτις εβέλασε θρηνωδώς. Το όργανον, εταλαντεύθη προς στιγµήν εκεί επάνω,ηµβλύνθη η ορµή της πτώσεως του,κ' έπεσεν εις το έδαφος τόσον µαλακά, ώστε δεν έπαθε τίποτε. Την ιδίαν στιγµήν εν δεκαετές παιδίον, ο µικρός Αλέξης της Βάσως, της γειτόνισσας, διήρχετο τρέχον έµπροσθεν τού στρατώνος. Είχε ακούσει την ιστορίαν τούµπουζουκίου και ηγάπα πολύ τον Ζάχον, όστις ήτο και αυτός εν µέγα παιδίον. Καθώς είδε το όργανον να πέση, επλησίασεν, έκυψε, το ήρπασεν, έτρεξε πάραυτα εις την οικίαν της Ζωγάρας, κ' εφώναξε τον Ζάχον: –Να!... έλα πάρε το µπουζούκι σου!

Σάββατο, 26 Ιουνίου 2010

!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Χωρίς τίτλο (I)

Ἀπὸ τὴ συλλογὴ «ἐκ περάτων», ἔκδ. ὕψιλον/βιβλία. Ἀθῆναι χ.χ.


Ι
Οἱ μέρες μου ὅλες λάθος μετρημένες
σὲ τσακισμένα δάχτυλα καὶ καταφαγωμένα
καθὼς χυμοῦσε πάντα πάνω μου τὸ λυσσασμένο τίποτε τῆς ζωῆς

Δὲν ἔχω χρόνο πιὰ
μὲ ἐγκαταλείπουν
οἱ πράξεις καὶ τὰ λόγια
Ὅλα ἔχουν τώρα τὴν εὐπρέπεια αὐτῶν ποὺ ἀποσύρονται
τὰ χέρια τῶν ἀγαπημένων μας ψάχνοντας γιὰ ἄλλες χειροπέδες
κι ἡ ἄμπωτη ἀπ' τὰ σπασμένα κρύσταλλα τοῦ ἔρωτα
κι ὁ δήμιος ποὺ τελειώνει τὴ δουλειά του καὶ κάνει τὸ σταυρό του
καὶ γυρνάει κι αὐτὸς στὸ σπιτικό του
ὅλα ἔχουν τὴν εὐπρέπεια αὐτῶν ποὺ ἀποσύρονται
καὶ μόνο ἡ φωνὴ μίας γυναίκας νὰ τρέμει καὶ νὰ τρίζει σὰ σπασμένη σκάλα
«... τὸ βράδυ μὴν ἀργήσεις...»
ποιὸ βράδυ, θεέ μου, τί νὰ μὴν ἀργήσω
μέσα σ' αὐτὸ τὸ ἀβυσσαλέο παθητικὸ τοῦ χρόνου

Πῶς τὸν καιρὸν ἐν ἀτοπήμασιν ἐβιότευσα ρεμβόμενος...
Μαρτύρια πάνω στὰ μαρτύρια
καὶ κρίματα πάνω στὰ κρίματα
χρεωκόπος τοῦ καιροῦ ἀσύγγνωστος
καὶ φτάνει τώρα ξαφνικὰ τὸ μήνυμα ὁ Ἀγώνιος πεθαίνει...
Νὰ τὸν προφτάσω πρέπει, ἀνάγκη πᾶσα
τώρα, σ' αὐτὸ τὸ τώρα ποὺ δὲν εἶναι χρόνος πιὰ
ἀραιώνει ἀραιώνει τὸ παρὸν τριγύρω μου κι ὁ Ἀγώνιος πεθαίνει
νὰ τὸν προφτάσω κι ἂς μὴ τὸν προφταίνω πιὰ
νὰ ξεκινήσω ἀμέσως... ἀπὸ ποῦ γιὰ ποῦ
σὲ μία κατάκοπη ἀκαταστασία σωριασμένα ὅλα τὰ τοῦ βίου μου
-ἔτσι τὰ βρίσκει ὅταν ἔρχεται τὸ μήνυμα
ἔτσι ὅπως πρὶν ἀπὸ μετοίκηση μὲς σ' ἔξαλλα δωμάτια
σκόρπια χρειώδη καὶ ἄχρηστα εὐτελῆ καὶ τιμαλφῆ ἐνθύμια καὶ φυλαχτὰ
φτωχὲς παρηγοριὲς τῆς καθημερινῆς ἁφῆς καὶ τῆς χαμοζωῆς μας
ἀπελπισία τοῦ τί νὰ πάρεις τί ν' ἀφήσεις
ἀπελπισία του νὰ σὲ νοιάζει ἀκόμη τί νὰ πάρεις τί ν' ἀφήσεις...-
σὲ μιὰ κατάκοπη ἀκαταστασία σωριασμένα ὅλα τὰ τοῦ βίου μου
σ' αὐτὸ τὸ τώρα ποὺ δὲν εἶναι χρόνος πιὰ
ἀραιώνει ἀραιώνει τὸ παρὸν τριγύρω μου
κι εἶμαι στὸ πουθενὰ
καὶ μόνο ἡ φωνὴ μιᾶς γυναίκας νὰ τρέμει καὶ νὰ τρίζει σὰ σπασμένη σκάλα
«... τὸ βράδυ μὴν ἀργήσεις...»



Χωρίς τίτλο (VIII)

Ἀπὸ τὴ συλλογὴ «ἐκ περάτων», ἔκδ. ὕψιλον/βιβλία. Ἀθῆναι χ.χ.


VIII
Οἰωνὸς πετόμενος ἔστη ἐν μεσουρανήματι
ἀσάλευτος
κι οὔτε κατὰ τὴ δύση πάει ὅπου τραβᾶν σμήνη οἱ ἀποδημοῦντες
οὔτε πρὸς τὴν ἀνατολὴ τὸν σπρώχνουνε ἀπόγειοι στεναγμοὶ
Ἐρήμωσαν ἄξαφνα οἱ δρόμοι ποὺ τὸ βλέμμα τῶν ἀπελπισμένων
χάραξε στὸν ἀέρα
καὶ τὰ περάματα τῶν κεκμηκότων
κι ὁ ἴσκιος μου τινάζεται νὰ φύγει ἀπ' τὸ κορμί μου πρὸς τὰ πάνω
ξεγλωσσίζοντας
σὰ φλόγα λύχνου ποὺ τοῦ σώνεται τὸ λάδι

Προαίσθημα κακῶν μελλούμενων...
Πάντα νὰ τὰ ἀποτρέψω πάσχιζα ἔστω τὴν τελευταία ὥρα
ἀλλά, νά, τώρα βλέπω δὲν ὑπήρχανε ποτὲ μελλούμενα• μόνο τετελεσμένα
κι οὔτε ὥρα τελευταῖα μὰ μετατελευταία
ὅλη ἡ ζωή μου ἐκπρόθεσμη
προαίσθημα πάντα ὅσων εἶχαν πιὰ συντελεσθεῖ
ἔδρασε λάθρα ὁ χρόνος σὰν τὸ μόνο πεπρωμένο
πλήρωμα καὶ συντέλεια

Τὸ τέλος εἶχε ἐπέλθει ἀπὸ καιρὸ
τὸ τέλος εἶχε ἐπέλθει ἀπ' τὴν ἀρχὴ
πέρασε πάνω μου καὶ μ' ἄφησε σ' αὔτη τὴ μετατελευταία ὥρα
-μαύρη ὥρα δίχως ἔκβαση-
νὰ σπαρταράω ψυχόφυρτος





Χωρίς τίτλο (X)

Ἀπὸ τὴ συλλογὴ «ἐκ περάτων», ἔκδ. ὕψιλον/βιβλία. Ἀθῆναι χ.χ.


Χ
Λόγια ἐκ περάτων συνάχτηκαν
γιὰ τὸν Ἀγώvιο ποὺ πεθαίνει
φτεροκοποῦν ἀπάνω κάτω στὸ τρεμάμενο τὸ ἑσπέρας
θέλουν νὰ τὸν σηκώσουν στὰ φτερὰ τους ἕνα γῦρο νὰ τὸν πᾶν
Λυκαβηττὸς Πευκάκια Στρέφη Τουρκοβούνια
μὰ αὐτὸς πεθαίνει ἀπών
ματαιωμένος καὶ ἀπών
Λυκαβηττὸς Πευκάκια Στρέφη Τουρκοβούνια - ἐδῶ παίζαμε ἄλλοτε
ἐδῶ ζήσαμε
μέρες τῆς παιδικῆς ἀγριότητας
Ἐδῶ... ἄλλοτε... Ὅμως τὸ ἐδῶ μὲ ἐντὸς του τὸ ἄλλοτε δὲν εἶναι πιὰ ἐδῶ
καὶ τὸ ἄλλοτε μὲ ἐντὸς του τὸ ἐδῶ δὲν εἶναι πιὰ ἄλλοτε

... παιχνίδια βάρβαρα θανάσιμα «φρούρια» μὲ κοτρῶνες στὶς ἀλάνες
«συμμορίες» πετροπόλεμοι ἢ ξεθάβοντας χειροβομβίδες
σκουριασμένες στὰ δασάκια
μέρες τῆς παιδικῆς ἀγριότητας - ἀργότερα
μπήκαμε στὸ παιχνίδι τῶν μεγάλων σὲ ἄχαρη ἐποχὴ
ἄρχιζε νὰ τσακίζει ἡ Ἐπανάσταση νὰ φτιασιδώνεται ν' ἀλλάζει εὔκολα ὀνόματα
λέγανε τώρα «θύματα» τοὺς μάρτυρες
καὶ τῶν πληγῶν τὸ χάος «εἰρήνη»
στὸ ἰδανικὸ ὑπεισέρχονταν τὸ τερατῶδες ὑπαρκτὸ
καὶ μόνο ποῦ καὶ ποῦ καμιὰ προκήρυξη διαμαρτυρίες ἠμιπαράνομα
ἔντυπα ἔρανοι γιὰ τοὺς ἐξορίστους ψιλοπράματα
καὶ σὲ ὦρες ἀθυμίας πειραζόμασταν πόσα χρονάκια φυλακὴ μποροῦν
νὰ μᾶς κοστίσουν ὅλα αὐτὰ
καὶ τότε αὐτὸς σηκώθηκε «λοιπόν, μονάχα αὐτό; δὲν παίζουμε τὴ ζωή μας;»
κι οἱ ἄλλοι γύρισαν ἀλλοῦ τὸ πρόσωπο
κι ἀπόμεινε χλωμὸς καὶ διάφανος ἔξαλλος μὲς στὸν ἴδιο του τὸν τρόμο
τρεκλίζοντας καὶ σάμπως νὰ πνιγόταν
γιατί ἔνιωσε ὅτι φριχτὴ ἡ βλαστήμια ποὺ ξεστόμισε
ὅτι πατοῦσε πάνω σὲ ἄλλων ζωὲς καὶ πεπρωμένα
καὶ πὼς κανένας πιὰ μπαγκιέρης δὲν ὑπῆρχε νὰ δεχτεῖ τὴ ζωή του
καὶ τότε ἦταν ποὺ ζήτησε νὰ γίνει ἡ Κρίση ἐπιτέλους νὰ τελειώνουμε
ἀλλὰ κανεὶς δὲν τοῦ ἀναγνώριζε τὸ ἔγκλημα

... κι αὐτὴ τόσο ὄμορφη τόσο ἄδικα ὄμορφη
τὰ μάτια μου νὰ σέρνει μὲς στὸν κουρνιαχτὸ τῶν δρόμων
κι ἀτέλειωτες ἀγρυπνίες κι ἡ σκιά μου πέρα δώθε σὰν ἐκκρεμὲς
πίσω ἀπὸ τὰ παράθυρα
χτυπῶ τὴν πόρτα μου… κανεὶς δὲν εἶμαι
ἀπῶν ματαιωμένος καὶ ἀπῶν
ἄδειος - κερὶ μολύβι καὶ χαρτὶ
λιώνει καὶ τὸ μολύβι σὰν κερὶ καὶ τὸ χαρτὶ ἀποσαθρώνεται
τὸ κατατρῶνε ὀξειδώσεις σχιζομύκητες ἀνόβια
κι ἀναρωτιέμαι ἦταν ἀνάγκη ἔτσι νὰ εἰπωθεῖ ἡ ζωή μας
λέξεις καὶ συλλαβὲς ἀλληλοσπαραγμένες
στίχοι μὲ κατακλεῖδες ποὺ ἠχοῦν σὰν λαιμητόμοι

... παιχνίδια βάρβαρα θανάσιμα στὸν κουρνιαχτὸ τοῦ κόσμου
κι ἡ σκιά μου πέρα δῶθε σὰν ἐκκρεμὲς πίσω ἀπὸ τὰ παράθυρα
χτυπῶ τὴν πόρτα μου... κανεὶς δὲν εἶμαι
τίποτε δὲ σημαίνω τίποτε δὲν ἔχω νόημα
καὶ δὲν τελειώνει αὐτὸ καὶ δὲν τελειώνει
κωπηλατῶ γιὰ τὰ παλιὰ κι εἶναι ἡ φωνή μου τρύπια
μπαίνουν νερὰ τ' ἀδειάζω μπαίνουνε ξανὰ
σῶσον μέ, Σκότος, φύλαξον τοῦ βίου μου τὰ κρύφια
καὶ κάνε νὰ τελειώσει τοῦτος ὁ βραχνὰς
ξανάρχεται καὶ φεύγει καὶ ξανάρχεται -ἐδῶ ζήσαμε... τί λόγος...
τὸ «ζήσαμε» ματαιώνει τὸ «ἐδῶ» καὶ τὸ «ἐδῶ» τὸ «ζήσαμε»
κανεὶς δὲν εἶμαι πουθενὰ δὲν εἶμαι
ἦταν ἀνάγκη ἔτσι νὰ εἰπωθεῖ ἡ ζωή μας
ξανάρχεται καὶ φεύγει καὶ ξανάρχεται
καὶ δὲν τελειώνει αὐτὸ καὶ δὲν τελειώνει
δὲν ἔχει νόημα τὸ νὰ τελειώσει
τέλος εἶναι τὸ ματαιωμένο τέλος

καθένας μας πεθαίνει ἀπῶν




Αγριομυρίκη εν τη ερήμω
επικατάρατος εν γη αλμυρά...

Έτσι το θέλησα και μη ρωτάς
Κι αν τώρα θλίβομαι είναι που σ' αφήνω

στους πέντε δρόμους δίχως να 'χω πει
για σένα όσα σου άξιζαν και δίχως
να σε δοξάσει ένας μου στίχος
Τόσο βαθιά τόσο πολύ

σε σώπασα μεσ' στη ζωή μου
Δεν ήτανε για να φανερωθεί
ούτε με ουράνια λόγια να ειπωθεί
αυτό το μυστικό που ήσουν κι ήμουν

Σε όσους με ποιήματα τα αισθήματα μετρούν
τι θα 'χεις από μένα να τους δείξεις;
Μια τέτοια αγάπη... δίχως αποδείξεις...
Και ποιος αυτός ο Βέρνερ Λέιο θα ρωτούν

Με τι καρδιά με τι πνοή είχα πάρει
τη ζωή... Μα δεν την άλλαξα• ούτε εσύ
Γι' αυτό λοιπόν «χαμένη υπόθεση»
ο ποιητής Βύρωνας Λεοντάρης.

Τετάρτη, 23 Ιουνίου 2010

Η Μάχη του Μαραθώνα γίνεται στους... Δελφούς

Η Μάχη του Μαραθώνα γίνεται στους... Δελφούς
Επιστημονικό συμπόσιο, μουσικά δρώμενα, έκθεση και θεατρικές παραστάσεις στον Ομφαλό της Γης
ΑΣΤΕΡΟΠΗ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ | Τετάρτη 23 Ιουνίου 2010
Η Μάχη του Μαραθώνα, που έγινε πριν από 2.500 χρόνια, «ξαναζωντανεύει» μέσα από τις εκδηλώσεις που θα πραγματοποιηθούν στους Δελφούς. Το Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο Δελφών με επικεφαλής την κυρία Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ παρουσίασε χθες τις εκδηλώσεις που θα φιλοξενηθούν στον Ομφαλό της Γης από τις 2 ως τις 12 Ιουλίου προκειμένου να τιμηθεί το Ετος Μαραθώνα. Μέσα από ένα διεθνές επιστημονικό συμπόσιο, μια εικαστική έκθεση, μουσικά δρώμενα, θεατρικές παραστάσεις και ντοκυμαντέρ, η Ιστορία έρχεται να συναντήσει την τέχνη, αποδεικνύοντας ότι όσα χρόνια κι αν περάσουν, είχαν, έχουν και θα έχουν πολλά να πουν.

Η έκθεση ζωγραφικής και γλυπτικής «Μαραθών: Στο έργο οκτώ ελλήνων σύγχρονων καλλιτεχνών» διοργανώνεται σε επιμέλεια Εφης Ανδρεάδη και θα διαρκέσει από τις 2 Ιουλίου ως τις 2 Αυγούστου. Συμμετέχουν με τα έργα τους οι καλλιτέχνες Νίκος Ναυρίδης, Αλεξάνδρα Αθανασιάδη, Βένια Δημητρακοπούλου, Νίκος Αλεξίου, Ευγενία Αποστόλου, Βάνα Ξένου, Νάκης Τατσιόγλου και Δανάη Στράτου και, όπως σημειώνει η επιμελήτρια, «παρουσιάζοντας έργα από τα χέρια οκτώ σημαντικών καλλιτεχνών που ζουν και λειτουργούν στον σύγχρονο κόσμο, η έκθεση αυτή δεν θα είναι μόνο μια “υπόμνηση” του Μαραθώνα, αλλά θα του δώσει μιαν άλλη υπαρκτή προοπτική και έναν ζωντανό απόηχο».

Η παράσταση «Αχαρνής» του Αριστοφάνη θα κάνει πρεμιέρα στις 2 Ιουλίου στο θέατρο Φρύνιχος, σε σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη. Η παραγωγή αυτή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος φέρνει και πάλι στο προσκήνιο μια πολιτική κωμωδία με πρωταγωνιστές τον Σταμάτη Κραουνάκη (Δικαιόπολις), τον Γρηγόρη Βαλτινό (Λάμαχος) και τον Κώστα Βουτσά (Μεγαρίτης). Στις 3 Ιουλίου θα προβληθεί η ταινία-ντοκυμαντέρ «2.500 χρόνια από τη Μάχη του Μαραθώνα» σε σκηνοθεσία Μαρίας Χατζημιχάλη-Παπαλιού, σε κείμενα Θεοφάνη Κακριδή. Ασχολείται με τις ιστορικές συνθήκες, τα αίτια, την πολεμική εξέλιξη και τα αποτελέσματα της σύγκρουσης στον Μαραθώνα. Η ταινία γυρίστηκε στον τόπο διεξαγωγής της μάχης και παράλληλα αξιοποίησε πλήθος αρχαιολογικά ευρήματα, ακόμη και κινηματογραφικές λήψεις από την Περσέπολη, θυμίζοντάς μας αυτό που είχε πει ο ιστορικός των Περσικών Πολέμων Ηρόδοτος: «Στην ειρήνη τα παιδιά θάβουν τους πατέρες τους, στον πόλεμο οι πατέρες θάβουν τα παιδιά τους».

«Μαραθώνας 2.500 χρόνια μετά. Προσκλητήριο για φίλους και εχθρούς» είναι ο τίτλος της μουσικοθεατρικής παράστασης σε σύλληψη και σκηνοθεσία Μέμης Σπυράτου, που θα παρουσιαστεί στο θέατρο Φρύνιχος στις 4 Ιουλίου. Ενας χορός από ιέρειες και ένας αγγελιαφόρος θα διαβάσουν ποιήματα και αποσπασματικά κείμενα που αναφέρονται άμεσα ή έμμεσα στη Μάχη του Μαραθώνα. Και όλα αυτά τα λόγια θα μπολιαστούν από τραγούδια ελλήνων συνθετών που επέλεξαν από κοινού η σκηνοθέτρια και ο Θάνος Μικρούτσικος. Ερμηνεύουν ο Χρήστος Θηβαίος, η Ειρήνη Καράγιαννη και ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος.

Τέλος, για τέταρτη συνεχή χρονιά διοργανώνεται η συνάντηση Νέων Δημιουργών που περιλαμβάνει εργαστήρια και performances. Αυτή τη φορά την τιμητική του έχει «Ο ήχος των κρουστών» με διδάσκοντες τον Δημήτρη Δεσύλλα και τον Πέτρο Κούρτη.

ΠΟΥ ΚΑΙ ΠΟΤΕ
Από 2 ως 12 Ιουλίου Δελφοί Φωκίδας, τηλ. 22650 82731-2.




Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=4&artId=339296&dt=23%2F06%2F2010#ixzz0reWez45R

Κυριακή, 20 Ιουνίου 2010

καλημερα.....


ο ναυτης του Γιβραλταρ

-εκεινος που ενα ομορφο πρωινο σφυζοντας απο δυναμη και υγεια γυρισε απο το κυνηγι για να ξαναβρει την οικογενειά του και που, τη στιγμη που θα έμπαινε στη σπηλια και θα ξανάβρισκε εκει την ευτυχία του, άρχισε να ρουφαει το δροσερο αερα των δασών και των ποταμιών και να αναρωτιέται τι μπορούσε λοιπον να του λειπει ενω είχε γυναικα και παιδί και όλα όσα χρειαζόταν, και που ονειρεύτηκε ένα απεριτιφ πριν ακομα αυτο εφευρεθει, εκεινος ο ανθρωπος ειναι ο πραγματικός, ο μεγαλοφυής Aδάμ, ο πρωτος αληθινός προδοτης του Θεού και αδελφος δικός μας.........
..........
δεν ήταν το μηλο πανω στο δεντρο που εδειξε το φιδι, ηταν εκεινο το σαπισμενο, που ειχε πεσει στη γη. ο δικος μας Αδαμ έσκυψε πάνω του, το μύρισε και του άρεσε. μέσα στο σάπιο, σκουληκιασμενο μηλο, μεσα στις φυσαλιδες της οξινης ζυμωσης του μηλου απ όπου βγαινει το καλβαντος, τι ανακάλυψε; - το αλκοόλ. και επειδή ηταν έξυπνος, ένιωσε αμέσως την ανάγκη του.....


Μαργκεριτ Ντυρας

Τετάρτη, 16 Ιουνίου 2010

ποιος πολεμαει; το ΘΑ παλευει με το ΘΕΛΩ.



Bloomsday είναι μια γιορτη ανάμνηση ς και γινεται κάθε χρόνο στις 16 Ιουνίου στο Δουβλίνο και αλλού για να γιορτάσουν τη ζωή του ιρλανδου συγγραφέα James Joyce και να ξαναζήσουν τα γεγονότα απο το μυθιστόρημά του Οδυσσέα , τα οποία έλαβαν χώρα την ίδια ημέρα στο Δουβλίνο το 1904.
Το όνομα προέρχεται από Leopold Bloom , ο πρωταγωνιστής του Οδυσσέα. Thursday, 16 June 1904 was the date of Joyce's first outing with his wife-to-be, Nora Barnacle , when they walked to the Dublin urban village of Ringsend . Πέμπτη 16 Ιουνίου 1904 ήταν η ημερομηνία της πρώτης έξοδο Joyce με τη σύζυγό του-να-να, Nora στρείδι , όταν περπάτησε απο το Δουβλίνο στο αστικο χωριο Ringsend .
. Η ημέρα περιλαμβάνει μια σειρά από πολιτιστικές δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένων των (Οδυσσέα) αναγνώσεων και dramatisations, pubς, ένα μεγάλο μέρος από την αιγίδα του James Joyce Centre στη Μεγάλη George Street του Βορρά. Enthusiasts often dress in Edwardian costume to celebrate Bloomsday, and retrace Bloom's route around Dublin via landmarks such as Davy Byrne's pub . Φανατικοί συχνά ντυνονται σε Edwardian κοστούμια για τον εορτασμό Bloomsday, και αναπολουν το δρομολόγιο Bloom γύρω απο το Δουβλίνο μέσα απο ορόσημα όπως Byrne το pub Davy . Hard-core devotees have even been known to hold marathon readings of the entire novel, some lasting up to 36 hours.υπαρχουν σκληρο πυρήνικοι θιασώτες. μάλιστα είναι γνωστό ότι κατέχει αναγνώσεις μαραθώνιου του συνόλου του μυθιστόρηματος, που διαρκεί μέχρι 36 ώρες. Η πρώτη γιορτή έλαβε χώρα το 1954, και μια σημαντική πέντε μηνών βίου φεστιβάλ ( ReJoyce Δουβλίνο 2004 ) έλαβε χώρα στο Δουβλίνο μεταξύ 1ης Απριλίου και 31ης Αυγούστου 2004. On the Sunday in 2004 before the 100th "anniversary" of the fictional events described in the book, 10,000 people in Dublin were treated to a free, open-air, full Irish breakfast on O'Connell Street consisting of sausages , rashers , toast , beans , and black and white puddings .
Την Κυριακή του 2004 πριν από την 100η «επέτειο των φανταστικων γεγονότων που περιγράφονται στο βιβλίο, 10.000 άνθρωποι στο Δουβλίνο δοκιμασαν ένα ελεύθερο, ανοιχτό, πλήρες ιρλανδικό πρωινό στην οδό O'Connell που αποτελείται από λουκάνικα , φέτες , τοστ , φασόλια , και μαύρο και άσπρο πουτίγκες .

απο βικι παιδεια

Τρίτη, 15 Ιουνίου 2010

Αθανατος

Σηκώθηκα απ΄ το πιάνο και πλησιάζω τον καθρέφτη. Ήμουνα ξαναμμένος. Είδα το είδωλό μου να κρατά φτερά του παγωνιού και δροσερούς καρπούς του Θέρους. Κι είπα από μέσα μου: Είμαι ο Λαχειοπώλης τ΄ Ουρανού. Μοιράζω αριθμούς σε ξωτικά κι αγγέλους. Κι αποφασίζω ευθύς την πιο μεγάλη μου πράξη. Σκόρπισα τα λαχεία μου στους γαλαξίες και στο άπειρο. Έτσι δεν θά ΄ναι δυνατό κανείς να ξαναδημιουργήσει, να πράξει το καλό -που λεν- ή το κακό. Σπατάλη η απόφασή μου, μα ο κόσμος πάει για να χαθεί. Το λεω για να τ΄ ακούν οι νέοι, και να σκορπίσουν τα λαχεία τους κι αυτοί, όπου μπορέσουν κι όπου βρουν. Να μην τ΄ αφήσουν κέρδος στους πολλούς. Έτσι τουλάχιστον, θα κατακτήσουμε τη δυνατότητα να μας φοβούνται. Ποιους; Εμάς, τους ποιητές.
Μια και δεν είναι δυνατό να μας εντάξουν στα συρτάρια τους, σ΄ ό,τι μπορούν να ελέγξουνε και να προβλέψουν οι ανερχόμενοι πολλοί. Τους φοβερίζει η άρνησή μας να δεχτούμε φάκελο, κατάταξη, τάξη κι αριθμό. Τους φοβερίζει η άρνησή μας να ενταχθούμε στις ομάδες αυτών που όταν κοιμούνται, τα χέρια τους είναι από μέσα ή απ΄ έξω από το πάπλωμα.

Γιατί τα χέρια τα δικά μας την ώρα του ύπνου, ζωγραφίζουν ελεύθερα τους ανέμους, με χρώματα και με σχηματισμούς πτηνών, και μας τοποθετούν παντοτινά μες στους αιώνες, με την αθάνατη κι ερωτική μορφή του Λαχειοπώλη τ΄ Ουρανού…

Δευτέρα, 14 Ιουνίου 2010

Δεν ειν' το δάκρυ το στερνό γιά κείνον που ποθαίνει



Με τ' ουρανού τα ντέρτια κι αν πηγαίνω μικρή να μου συμπαθείς
σαν την παλιά παρέα συνεπαίρνει και πως να την αρνηθείς
Θέλω να σου μιλήσω γιά χαμένες πατρίδες αλλοτινές
προτού γενούν κι εκείνες παραμύθια και θύμησες μακρινές

Πατρίδα αλαργινή
ρίχνει με το σταμνί
μακρύς χειμώνας

Σκέψου περβόλιν όμορφο κι ονειρεμένο τόπο
που η κάθε βιόλα μύριζε με το δικό της τρόπο

Φύσα Βοριά το Νότο κι ως το γλέντι μας έφταξ' ο στεναγμός
με δάκρυα γεμάτος είναι ο πρώτος μεγάλος μας ποταμός
Ανατολή και Δύση και μουρμούρι π' ακούγεται σα λυγμός
άγιο αίμα έχει μες στα στήθια του ο άλλος μας ποταμός

Μιαν ανοιχτή πληγή
κάθε κομάτι γη
όταν ξεχνιέται

Λίγο μεράκι της καρδιάς δώσε ν' αντέξει ακόμη
κι όλοι οι καιροί το δέρνουνε τούτο το σταυροδρόμι

Ώρες νεκρές σαπίζουν μες σε σπίτια που μοιάζουνε με κελιά
και μαγικές εικόνες μας κλειδώσαν τη σκέψη και τη μιλιά
Φιδοσυρμός ο κόσμος και πηγαίνει καλή μου χωρίς σκοπό
φοβούμαι μη σε πάρει, άκουσέ με μικρή μου που σ' αγαπώ

Ψεύτικοι οι θεοί
τα θαύματα και οι
γιορτές παζάρια

Πολύχρωμα, φανταχτερά, μα ψεύτικα ταξίδια
που δεν αλλάζουν τίποτα κι όλα απομένουν ίδια

Δε με τρομάζει ο χρόνος καβαλάρης μικρή μου κι ανέ περνά
μόνο σαν παίρνει φίλους την καρδιά μου ραΐζει και με γερνά
Όσα ζευγάρια μάτια έχω ζήσει και πιά δεν ξαναθωρώ
τόσα ζωής κομάτια έχω αφήσει στο δρόμο που προχωρώ

Το τέλος παγερό
μοιάζει με τον καιρό
η μοναξιά μας

Δεν ειν' το δάκρυ το στερνό γιά κείνον που ποθαίνει
μα γιά θανάτους εκατό κρυφούς δικούς μας βγαίνει

Εγώ 'μαι ένας ξένος κι όσα αγάπησα κι έχουνε πιά χαθεί
τά 'χω ακριβοφυλάξει στης καρδιάς μου τον τόπο τον πιό βαθύ
Το προσωπάκι γείρε κι αφουγκράσου στο στήθος μου μιά καρδιά
με του Γενάρη μοιάζει την πιό άγρια και σκοτεινή βραδιά

Φύγε πριν πληγωθείς
μακριά μου να σωθείς
και ας πονέσει

Θα πουν γιά με πως ήμουνα στο τέλος του χειμώνα
λουλούδι που δεν άντεξε στο γύρισμα του αιώνα




Γιατι ο.τι χανεται περναει στην ανυπαρξια κι ειναι μικρος θανατος.

ουτε ουσια ουτε διαδικασια!

Πλήρης ευτελισμός της Ιστορίας μας
Από Factorx | Κυρ. 13 Ιουν 2010, 20:53 στην/στις κατηγορίες Πρώτη Σελίδα.


Η αποκάλυψη του Πρώτου Θέματος για την μετατροπή του ιστορικού θωρηκτού Αβέρωφ, του μοναδικού αυτού μουσείου της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, σε ντισκοτέκ για τα πλουσιόπαιδα και τα μοντέλα, είναι πραγματικά σημαντική. Και είναι σημαντική διότι δείχνει αφενός την πλήρη αποσάθρωση της ελληνικής κοινωνίας και αφετέρου την γενική διάλυση ενός κράτους.

Κατ’ αρχάς, όταν κάποιος Λεό Πατίτσας, μ ή οποιοσδήποτε γόνος εφοπλιστικής οικογένειας, σκέφτεται να κάνει πάρτι πάνω στο θωρηκτό Αβέρωφ και να καλέσει τους φίλους τους να γλεντήσουν για το γάμο του με τη μοντέλα, Μ. Χρουσαλά, αυτό δείχνει ότι δεν υπάρχει όριο. Κυρίως προσωπικό, από ανθρώπους υποτίθεται μορφωμένους και που θεωρούνται το μέλλον της χώρας. Χάθηκαν δηλαδή τα παραλιακά μαγαζιά, έπρεπε να κάνει το κομμάτι του στο Αβέρωφ; Εκεί που κρεμούσαν οι καπεταναίοι τ’ άρματα, γιατί να κρεμάσει η Χρουσαλά το… νυφικό της για να μην πούμε κάτι άλλο;

Επομένως, αν αυτοί οι άνθρωποι που πήραν μέρος στο γαμήλιο πάρτι δεν καταλαβαίνουν ότι καταπατούν την ιστορική μνήμη αυτού του τόπου, τότε το πρόβλημα είναι βαθύτατα κοινωνικό.

Από την άλλη, ποιος ήταν αυτός που έδωσε άδεια να γίνει δεξίωση στον Αβέρωφ; Δίνουν δεξιώσεις στο Αρχαιολογικό Μουσείο, ή εκεί που υπάρχουν τα εκθέματα του Μουσείου της Ακρόπολης; Ακόμη κι αν η άδεια δόθηκε δήθεν για εκδήλωση των Ποσειδωνίων χάθηκε ο κόσμος να κάνουν το πάρτι στην προβλήτα κι όχι πάνω στο πλοίο;

Ποιος ανόητος αποφάσισε ότι μπορεί να μετατρέψει την ιστορία της Ελλάδας, σε γκλάμορους πάρτι;

Άρα, το σύστημα δε λειτουργεί πλέον καθόλου, όταν οι κυβερνώντες δεν μπορούν να αντιληφθούν ότι άλλο η υποταγή στην ιστορική συλλογική μνήμη κι άλλο στις… χαρούλες ενός εφοπλιστή.


aντιγραφη απο antinews.


το χειρότερο όλων ειναι η μοναξια του γραφοντος,η συνειδηση οτι μιλαει και κατανοείται μονο απο ελαχιστους σχεδον γραφικους.....Καληνυχτα!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Κυριακή, 13 Ιουνίου 2010

Σάββατο, 12 Ιουνίου 2010

»Ο ορισμός του Ωραίου είναι εύκολος: είναι αυτό που απελπίζει.

»Τίποτε ωραίο δεν μπορεί να συνοψιστεί.
»Η ομορφιά έγκειται στην αδυναμία να χωρίσεις χωρίς απώλειες
- τη συγκίνηση απ’ αυτό που συγκινεί
- τη μορφή από το περιεχόμενο
- τον τρόπο της δημιουργίας από το δημιούργημα και στην ανανέωση της επιθυμίας από την ίδια την ικανοποίηση.

Παρασκευή, 11 Ιουνίου 2010

καλοκαιριασε....

"...επειδη αντιλαμβανόμαστε ότι εύκολη και όμορφη βρισκει τη ζωή μονο αυτος που δεν την εχει γνωρίσει.."








" όταν έχεις δει μια και μοναδικη φορα τη λάμψη της ευτυχίας στο προσωπο του πλασματος που αγαπάς, καταλαβαίνεις ότι δεν είναι δυνατο να υπάρχει άλλη τάση στον άνθρωπο παρά μόνο να προκαλεί αυτό το φως στα πρόσωπα που τον περιστοιχίζουν. Και σε σπαράζει η σκέψη της δυστυχίας και του σκοταδιού που ρίχνεις, με το γεγονός και μόνο της ζωής σου, στις καρδιές που συναντάς."

Πέμπτη, 10 Ιουνίου 2010

Τετάρτη, 9 Ιουνίου 2010

Βοιωτία




καλως το!

Δευτέρα, 7 Ιουνίου 2010

kαλο βραδυ!




εκει που λες πως ολα τελειωνουν, ειναι γκριζα,ειναι χλωμα, ειναι παγωμενα, μια παιχνιδιαρικη ματια μπορει να αλλαξει το συμπαν σου. μπορει, γιατι ειναι κατι ματιες που σφαζουν, που κοιτούν κι αναστατωνουν και προκαλουν την υλη σου να εξαυλωθει να γινει πνευμα, να πει ναι να βαλει φτερα και να ...πεταξει!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Παρασκευή, 4 Ιουνίου 2010

ενας χρονος....

Σήμερα ειναι μια ιδιαίτερη μερα για μενα. σημερα το μπλογκ της ροζαλιας γινεται ενος ετους,ετους ομορφου, επικοινωνιακου, θερμου, εκλεκτων επαφων και σχεσεων.
αλλοτε πετωντας, άλλοτε μελαγχολικα, άλλοτε με περισση περίσκεψη, παντα με ιδιαίτερη προσοχή κι ευασθησία στις αναγκες σας, στις δικες μου, τις μικρες, τις μεγαλες, τις καθημερινές, τις αναγκαίες και τις πολυτελείς.
προσπαθησα να αγγιξω περισσοτερο εκείνα που μας ενώνουν , γνωρίζοντας οτι ειναι περισσοτερα απο εκείνα που μας χωρίζουν.
το πετυχα καποτε, καποτε οχι, αν κρινω απ τα μηνυματα, εντυπα και ζωντανά.
θα απαντησω ακομα σε μια κακοπροαιρετη κριτικη που μου σιγοψιθυρισαν "ασπονδοι φίλοι", καθοσον, μικρος ο τοπος... ναι λοιπον, η σταση της ζωής ειναι πολιτικη πραξη και οι επιλογες ειναι απορροια της. η αντιστοιχια και η εναρμόνιση καθοριζουν τη συνεπεια και το ευγενες.θα μεινω εδω.
Δεν θα ξεχασω να αναφερθω σε σημαντικες απώλειες του περασμενου χρονου. αλλα ,,,, κουβαλωντας τα τραύματά μας, γελώντας και δακρυζοντας, προχωρούμε.
Αυτο που με θλιβει βαθυτατα είναι ο χρονος και η τροπη που πηραν πια τα πραγματα για ολοκληρη την κοινωνικο-οικονομικη πραγματικότητα . ο κατηφορος που μοιαζει να μην εχει τελος και η καταστροφη που θα παραδώσουμε ντροπιασμενοι στην επομενη γενια. διοτι κανεις δεν διανοείται οτι θα ζησουν οι απόγονοί του χειρότερα απο ότι αυτος. αυτο πληγωνει, τρελλαίνει.
Δεν θα ξεχασω να ευχαριστησω θερμα τους εραστες του ονειρου που με στηριξαν, ανθρώπους που ανακάλυψαν οτι συνδεονται μαζι μου μεσα απ αυτο το μπλογκ, ανθρώπους που ηρθαν κοντα μου εξαιτίας μιας φρασης, ενος τραγουδιου, ενος λογοτεχνικου κειμενου.
Δεν θα ξεχασω να "ευχαριστησω" τους αποντες, που παριστανοντας τους παροντες, εξαφανίσθηκαν στην καταθεση αυτη. γιατι όλα τα πραγματα είναι κι ενα τσεκαρισμα.
ΤΕΛΟΣ, εγω θα συνεχισω. Ανεπαρκης; ισως! ανεπαρκεστερη; οχι! θα καταθετω, θα ανασυρω ο,τι θεωρω επικοινωνια, ό,τι μπορει να συγκινησει και να προβληματισει εστω και εναν ακομα ανθρωπο. μου δινει τη δυναμη και η αδιαλειπτη συμμετοχη σας. η παρατηρηση των θεματων που σας ενδιαφερουν και ξαναζητατε....
Ακομα, εχω να ανακοινώσω στους φιλους μου, οτι μεσα απ αυτη την διαδικασια, ολοκληρώθηκε κι έλαβε μορφη κι ενα πόνημά μου των τελευταίων χρονων, που θα εκδοθεί συντομωτατα. σας ευχαριστω.

Τρίτη, 1 Ιουνίου 2010

καλο μηνα παιδες!

υπαρχουν ακατεργαστοι σπανιοι λιθοι στη ζωή.

καμια φορα τους συναντας μες στα σκουπιδια.

τρεφεις ελπιδα πως με γλυκυτητα θα τους αποσπασεις. και τη βραδυτητα που απαιτει η ευλαβεια..



διαπιστωνεις πως εκανες λαθος εκτιμηση. η βιαια αποσπαση ειναι ενας συνηθης ασφαλης και δοκιμασμενος τροπος

.αλλιως τα σκουπιδια κυριαρχούν, και γι αυτο κυριαρχούν!