Δευτέρα, 28 Ιουνίου 2010

Στρίγγλα Μάννα Αλ. Παπαδιαμαντης.

Πώς το είχε πάθη, να καταντήση σχεδόν τρελός, κανείς δεν ήξευρεν। Άλλοι έλεγαν ότι του είχε προέλθει από έρωτα· άλλοι έλεγαν ότι, όταν υπηρέτει ως κληρούχος εις το πολεµικόν ναυτικόν, ο κυβερνήτης τού πλοίου, διά µικρόν πταίσµα τού είχεν επιβάλη υπερµέτρως σκληράν και βάρβαρον τιµωρίαν· άλλοι έλεγαν ότι η ιδία η µάνα του τον είχε τρελάνη, µε τις στριγλιές και µε τις βλασφήµιες της।
Επήγαινεν ανάµεσα για χταπόδια ή για ψάρια µε τις βάρκες। Αν του έδιδαν µερίδιον από την άγραν, το έπαιρνε, αν δεν του έδιδαν, δεν εζήτει।
Η µητέρα του έτρεχε µε τις φωνές εις τα σπίτια των ψαράδων, κ' εζητούσε διά της βίας το µερίδιον· εφώναζεν ότι αδικούσαν το παιδί της — ο Θεός κ' η γης να τους εύρη!Η γυναίκα του βαρκάρη µε όρκους διεµαρτύρετο ότι δεν έβγαλεν ο άνδρας της ψάρια· ούτε γαρίδα! Η µητέρα του Ζάχου δεν τα επίστευεν αυτά, επειδή πολλάκις είχε καή η γούνα της! Αυτή η ιδία τον εβίαζε να πηγαίνη µε τις βάρκες· αυτή τον ηνάγκαζε να πάη να σκάψη τ' αµπέλι– γιατί δεν είχε να πληρώση µεροκάµατα· αυτή τον υπεχρέωνε να κάµνη όλες τις δουλειές।
Εκείνος υπέκυπτεν εις την θέλησίν της την υπερτέραν, ως να ήτον ακόµη παιδίον. Και ήτον ως εικοσιπέντε ετών. Τον περισσότερον καιρόν, όταν δεν είχε δουλειά, ή όταν δεν του είχεν εύρη δουλειά η µητέρα του, τον επερνούσε καθήµενος επάνω εις µίαν πεζούλαν, αντικρύ εις το παραθυράκι της κουζίνας του νέου δηµάρχου.
Ο νέος δήµαρχος ήτον άγαµος, και είχεν αναλάβη υπό την σκέπην των πτερύγων του την δασκάλισσαν, ως ξένην και απροστάτευτον νέαν, ήτις εκατοικούσεν αντικρύ της οικίας του από τον επάνω δρόµον, παράλληλον της παραθαλασσίας αγοράς, προς την οποίαν έβλεπεν από την άλλην πλευράν η οικία τού δηµάρχου. Εκεί, κάτω από τα παράθυρα της νεαράς δασκάλας και αντικρύ της δηµαρχικής οικίας, εκάθητο ο Ζάχος µονοτόνως επί ώρας, κ' έπαιζε µονότονους ήχους, σχεδόν άνευ ρυθµού κα ιµέλους µε το µπουζούκι του. Εκεί, το δειλινόν θερινής ηµέρας, έµελπε το άσµα·
Κρέµετ' η καπότα στην αλυγαριά· ντέρτι και µαράζι κι' αναπαραδιά!
Με το άσµα τούτο, και αν εζήτει να ελκύση την προσοχήν των νεαρών γειτονισσών, ακριβή συνείδησιν δεν είχε του πράγµατος αλλά µάλλον, Σαούλ άµα και ∆αυίδ εις τον εαυτόν του, επροσπάθει διά της µουσικής ταύτης να διασκεδάση την ιδίαν τρέλαν του.
Πλην τότε, καθώς είχεν αρχίσει να τονίζη το άχαρι άσµα, µόλις παρήρχοντο ολίγα λεπτά, και ηκούετο φοβερά οξεία φωνή από το πέραν µπαλκόνι, από την άκρην της σειράς, πέντε ή εξ σπίτια πάρα-πέρα, προς το δυτικόνµέρος. –Ε!σκασµός! ...έλα γλήγορα!... Η βάρκα καρτερεί... Ο Ζάχος καταρχάς δεν έδιδε προσοχήν, ή µάλλον δεν αντελαµβάνετο ευκρινώς, κ' εξηκολούθει να παίζη το µπουζούκι του.
Ήτο δειλινόν, και ήτον γλυκεία δροσίτσα εις το µπογάζι εκείνο του δροµίσκου. Με το άσµα του εβαυκάλιζε τον µεσηµβρινόν ύπνον τής δασκάλας, ήτις είχε κάµη εξετάσεις και απήλαυε την άνεσιν των διακοπών, και µε το άσµα του, ως µε κέλευσµα, συνώδευε τα πλυσίµατα των πιάτων, τα σφουγγαρίσµατα, και όλα τ' ανεβοκατεβάσµατα της Αµέρσας, της θεραπαινίδος του δηµάρχου, η οποία ξυπόλυτη, ξεσκούφωτη, ξεκάλτσωτη, έκαµνε τις δουλειές της, και δεν εφαίνετο να δίδη προσοχήν εις το άσµα και εις τον τραγουδιστήν. Κατεδέχετο µόνον να γελά ενίοτε, όταν άλλες γειτόνισσες επείραζαν διά λόγων τον Ζάχον.Αυτή δεν του είχεν αποτείνη ποτέ τον λόγον. –Αχ!Ζάχο µου,Ζάχο! έλεγεν η Ακρίβω η Ανυφαντίνα. «Όποιος θέλη ν' αγαπήση, θέλει να χασοµερήση! ...». Κ' εσένα, πού σ' αφήνει να χασοµερήσης η προκοµµένη ηµάνα σου! ∆ευτέρα φωνή ήρχετο από το πέραν µπαλκόνι. Η Ζωγάρα, η µητέρα του Ζάχου, εξηκολούθει να φωνάζη: – Βρε συ, τίνος το λέω;... Θα τσακιστής από κει γλήγορα ή θα 'ρθω να σου κάµω ταµούτρα σου... µαύρα σαν το µπουζούκι!... Ο Ζάχος εις απάντησιν εγέλα τον γέλωτά του, τον σκαιόν και θλιβερόν. Η φωνή της µητρός του δεν επενήργει επ' αυτού µακρόθεν. Αλλ' η παρουσία της πλησίον ήτον εξόχως επιβάλλουσα.
Ήτον Αύγουστος µην, καιρός που λαµβάνουν τα µέτρα τους οι άνθρωποι, όσοι µιµούνται τον µύρµηκα, όχι τον τέττιγα, και θέλουν να ξεχειµωνιάσουν. Η Ζωγάρα είχε διαθέσει ήδη τον υιόν της, τον είχεν ενοικιάσει, τον είχε βάλη εις αγώγι. Μεγάλες βάρκες θα έπλεαν προς ξύλευσιν και µεταφορά καυσόξυλων ανά τας έρηµους ακρογιαλιάς, µακράν του λιµένος, κάτω από τους πευκώνας και τους δρυµούς της νήσου. Εις µίαν απ' αυτές τις βάρκες η Ζωγάρα είχε στρατολογήσει τον Ζάχον. Της εχρειάζοντο καυσόξυλα διά τον χειµώνα. Σαν είδεν η Ζωγάρα, ότι ο υιός της είχε κωφεύσει εις τας δύο προσκλήσεις της, επήρε µίαν µακράν στραβολέκαν ή µαγγούραν την οποίαν είχε διά στήριγµα εις τας εκδροµάς της ανά τους αγρούς—χρησιµεύουσαν προσέτι και διά να φθάνη τα σύκα εις τα ξεκλώναρα των δένδρων, των ιδικών της, καθώς και των γειτονικών, όσα ευρισκόµενα παρά το σύνορον εσκίαζον το αµπέλι το ιδικόν της— και κατέβη εις τον δρόµον. Ολίγα βήµατα, κ' ευρέθη πλησίον του Ζάχου. –Γκρεµοτσακίσου τώρα,κι' άφσε το µπουζούκι σου! ... Να κάθωνται τρεις νοµάτοι να σε καρτερούν εσένα! ... Θα πας για ξύλα, τώρα, είπαµε!... Αυτό δα είνε κοντά στο νου!... Ο Ζάχος, σαν είδε την µητέρα του, είδε και την µαγγούραν, ήκουσε και την φωνήν της πλησίον εκεί, εσηκώθη, επήρε το µπουζούκι του, κ' έφυγε τρέχων. Επήγε στο σπίτι, εφόρεσε τα ρούχα «της φωτιάς», επήρε το ζεµπίλι του και τα εφόδια και τα σύνεργα, αξίνην και κλαδευτήρι κτλ. , τα οποία είχεν έτοιµα η µάνα του, κ' επήγε να της φέρη ξύλα διά να ζεσταίνεται τον χειµώνα. *

* * Έλεγαν πως τον είχε τρελάνει η µάνα του!... Αυτό το παιδί τής είχε µείνη µόνον... ∆ύο άλλοι υιοί της είχον ξενιτευθή εις την Αµερικήν, εις τον Ειρηνικόν Ωκεανόν, εις την Πολυνησίαν... Είχε στείλη γράµµατα εις προξένους και εις αρχάς, εις τας αστυνοµίας των αµερικανικών πόλεων του Σικάγου και της Φιλαδελφείας... ∆ύο ή τρεις άλλοι«σουρτούκιδες», υιοί άλλων µητέρων, είχον ανευρεθή άλλοτε µε τον τρόπο αυτόν. Αλλ' οι υιοί οι δικοί της δεν ανεκαλύφθησαν πουθενά. «Μήτε γράµµα µήτε απολογία». Ούτε φωνή ούτε ακρόασις. Ο κόσµος έλεγεν, ότι αυτή µε την αστοργίαν της τους είχεν αποξενώσει, αυτή τους είχε κάµη να σουρτουκέψουν. Είχε δύο θυγατέρας, και ήτον χήρα, και οι υιοί της την είχαν παραιτήσει, κ' έκλαιε και ωδύρετο, κ'«εψήλωνεν ο νους της»! ...Πώς θα τας υπανδρεύση, πώς θα τας αποκαταστήση! ... Και τας εβλασφήµει, και τας κατηράτο, να µην είχαν ποτέ γεννηθή, να µη σώσουν να πάνε παραπάνω!... Και τας υπάνδρευσε καλά... Τας εστόλισε και τας εστεφάνωσε, την µίαν κατόπιν της άλλης... και τας εσκέπασε και τας εκουκούλωσεµε το χώµα... «Πήραν την πλάκα πεθερά», πήραν τοµνήµα προίκα, τοµαύρο χώµα σύντροφο!... Τα δύο κορίτσια, ως φαίνεται, είχαν γείνη φθισικά, και απέθαναν όπως είχαν γεννηθή ηµία δεκαοκτώ µήνας κατόπιν της άλλης... Κ' έτσι ηµάνα τους δεν είχε πλέον καϋµόν, πώς θα τας υπάνδρευεν... Έλεγεν ο κόσµος ότι αυτή τας είχε ψωµοφάγηµε την γρίνια, µε τη στριγλιά της, µε τις βλασφηµίες και τις κατάρες...Κ' αι δύο κόραι ετάκησαν κ'εµαράνθησαν,κ' εκοιµήθησαν βαθειά εις τον τάφον, και δεν ήτο φόβος πλέον να της ζητήσουν προικιά! ... Κι' αυτή τας εµακάριζε, διότι επήγαν, αθώες, εις τον Παράδεισον.
Της είχεµείνη µόνον αυτός ο υιός, ο Ζάχος, τον οποίον αυτή ωνόµαζεν«ο ζουρλός, ο αχαΐρευτος!» Και τον έστελλε διά να κάµνη όλας τας αγγαρείας, και να της φέρη και ξύλα. Α! αυτός ποτέ δεν θα της εζήτει προικιά.
Η µόνη προίκα του ήτον αυτό το µπουζούκι, µε το οποίον, µελαγχολικός Σαούλ, άχαρις ∆αυίδ, διεσκέδαζε την τρέλαν του... Πλεια αυτό το έρµο το µπουζούκι η µάνα του το είχεν «αγκάθι στα µάτια της», κ' εσκέπτετο καµµίαν ηµέρα να του το πετάξη, να το σφενδονήση εκεί που, αν ήθελε, ας επήγαινε να το εύρισκε! Επίστευεν ότι αυτό εµπόδιζε τον Ζάχον να είνε προκοµµένος, και τον έκαµνε ανίκανον να εκτελή όλας τας αγγαρείας που ήθελεν αυτή. Το είχε κρύψει µίαν φοράν ή δύο. Εδίσταζε να το πετάξη όλως διόλου, ή να το σπάση και να το καταστρέψη... Ίσως να ήτο καλόν διά την Κυριακήν και τας εορτάς· όχι να κάθεται τας καθηµερινάς το δειλινόν την ώραν που η Εύα εκρύβη εις τον Παράδεισον σαν εκροτίσθη µε τ' αυτιά της– και να τραγουδή την«καπότα στην αλυγαριά» αντικρύ στα παράθυρα τού δηµάρχου, διά να γελούν µαζύ του η δασκάλισσα, κ' η Ακρίβω η Ανυφαντίνα, κ' η Αµέρσα, κι' ο ίδιος ο δήµαρχος! Το είχε κρύψει, λοιπόν, (διά να µην το παρακάνη) κάτω εις το κατώγι του σπιτιού, την µία φοράν µέσα εις ένα πιθάρι άδειο, µε σπασµένον στόµιον, και το στόµιον το εκάλυψε µ' ένα κόσκινον· την άλλην φορά ανάµεσα εις τα καυσόξυλα, υποκάτω εις τον σοφάν, εις το σκότος και εις την υγρασίαν. Αλλά και την µίαν και την άλλην φορά ο Ζάχος έψαξε, το ηύρε, εγέλασε µέγαν γέλωτα παράφρονος χαράς· το επήρε πάλιν, και της έφυγε, και ήρχισε «να το ρίχνη έξω», και να τραγουδή την «καπότα στην αλυγαριά».
Τέλος την ηµέρα εκείνην κατώρθωσεν αυτή να τον φέρη εις θεογνωσίαν, και τον εκατάφερε να πάη να της κουβαλήση καυσόξυλα, διά να έχη να ζεσταίνεται τον χειµώνα.

* * * Σιµά εις όλα τ' άλλα, ο κόσµος την είχε διά «γρουσούζα» διά«γουρνοπόδαρη». Ήτον απαισία. Άµα επρόκειτο ν' αποπλεύση καµµία βάρκα ή κανένα καΐκι και ο καραβοκύρης ή οι σύντροφοι την συνήντων εις τον δρόµον, εγύριζαν οπίσω και ανέβαλλον την αναχώρησιν. Όταν συνοδία τις ήτον ετοίµη ν' αναχωρήση εις εξοχικήν εκδροµήν, και την εύρισκε καθ' οδόν, έµενε, δεν ανεχώρει. Εάν εξεκίνει τις δι' εµπορικήν ή άλλην επιχείρησιν, αλλοίµονον αν την εύρισκεν εµπρός του! Όταν επρόκειτο περί αρραβώνος ή γάµου, και η πεθερά ή η γυναικαδέλφη την εύρισκε µπροστά της, και αυτή της ηύχετο «ώρες καλές!» ω! οι ώρες εκείνες εγίνοντο κακές ώρες, κ' εσήµαινον ότι δεν ήτον «κεσµέτι» να γείνη το µελετώµενον συνοικέσιον!
Όταν µετά δύο ηµέρας επέστρεψεν ο Ζάχος από τα ξύλα, αφού τα εξεµβαρκάρισαν, κ' εκουβάλησε κι' αυτός το µερίδιόν του, —η µητέρα του εφρόντισε να είνε παρούσα, καθώς θα έλεγεν η γείτων δασκάλα, εις όλον το ξεµβαρκάρισµα και το µοίρασµα, διά να µην γελάσουν τον Ζάχον και του δώσουν µισό µερδικό— κ' εγέµισε το κατώγι του σπιτιού της µητέρας του, ησθάνθη την ανάγκην τής αναψυχής, και«το έριξε» χειρότερα έξω, αυτός και το µπουζούκι του.
Επί τρεις ηµέρας, όχι µόνον παρήκουσεν εις τας διαταγάς της µητρός του, αλλ' ούτ' επαρουσιάσθη εις τους οφθαλµούς της. Είχε δραπετεύσει, είχε ξεπέσει εις άλλην γειτόνων, όπου «δεν έφθανεν η χάρη της». Αυτή τον εκυνηγούσε, και δεν ηµπορούσε να τον συµµαζώξη, δεν ηµπορούσε να τον ανακάλυψη. Ούτε ήλθεν εις την οικίαν διά να κοιµηθή την νύκτα. Εκοιµάτο, αυτή δεν ήξευρε πού, εις µικροκαπηλεία, εις τον Απάνω Μαχαλά, ή εις το ύπαιθρον. Μερικοί εύθυµοι νέοι, οπού έκαµνον θόρυβον εις τις γειτονιές την νύκτα, τον είχαν κάµη«παρέα», και τον έσερναν µαζύ τους, διά να τους παίζη την«καπότα στην αλυγαριά», και άλλα τραγούδια. Επί τρεις ηµέρας και δύο νύκτας αυτός συνδιητάτο και συνηγελάζετο µαζύ τους. Εφαίνετο ότι η συντροφιά εκείνη τον έτρεφε µε λωτόν, ότι τον επότιζε το ύδωρ της Λήθης κ' εξέχασεν, ο πτωχός, τηνµητέρα του.
Τότε η Ζωγάρα έγεινε σκύλα, έγεινε τούρκα, µετενόησε πικρώς διατί να µην το έχη σπάσει, διατί να µην το έχη κάψει στην εστίαν της µίαν ηµέραν χειµερινήν το µπουζούκι τού υιού της, αφού τούτο, ως της εφαίνετο, τον έκαµνε να χάνη τα µυαλά। Εν τω θυµώ της, δεν υπέφερεν αυτή να χολοσκάνη και να βράζη επί πολύ, όπως άλλαι γυναίκες, µέσα της, αλλά προέβη ευθύς εις γενναίαν απόφασιν। Το κατάστηµα της τότε νεοϊδρύτου στρατιωτικής αστυνοµίας ετύγχανε να είνε γειτονικόν, πλησίον εις την οικίαν της। Ιδούσα δύο νεαρούς χωροφύλακας παρά την θύραν του στρατώνος, επλησίασε και τους λέγει: – ∆εν κάνετ' ένα έλεος,παιδιά, έτσι να σας δεχτούν µε το καλό οι µανάδες σας — να πάτε να βρήτε κείνον το γυιό µου, τον παλαβό, να του πάρετε κείνο το µπουζούκι απ' τα χέρια του;... –Το µπουζούκι, είπες κυρά; ηρώτησεν ο ένας. – Κείνο το µπουζούκι! ... έτσι να σας χαρούν οι µανάδες σας! ...Γιατί σουρτούκεψε καιµουρλάθηκε, κ' έχασε το µυαλό του... και δενµπορώ να τον µαζώξω! ... όλο απ' αυτό το µπουζούκι... – Καλά κυρά. Οι δύο νεαροί χωροφύλακες µόνον αφορµήν εζήτουν. Το ν' αρπάσουν δύο ένοπλοι εν πράγµα από τας χείρας ενός αόπλου, δύο φρόνιµοι εν µουσικόν όργανον από τας χείρας τρελού, ακινδύνου µάλιστα τρελού, είνε τόσον εύκολον και τόσον διασκεδαστικόν. — Κ' έτσι το βράδυ εκείνο ο Ζάχος ευρέθη χωρίςµπουζούκι ॥ .

Έχασε το όργανον του ο πτωχός τρελός, ο υποχονδριακός Σαούλ, ο ατερπής ∆αυίδ, και τώρα κλαίει, άνευ ρυθµού καιµέλους, κλαίει µέσα του την συµφοράν του, την οποίαν πικρώς µισοαισθάνεται। ∆εν είχεν υπάγει εις τον Ειρηνικόν Ωκεανόν διά να εύρη τους δύο αδελφούς του, και δεν κατήλθεν υπό την κρύαν πλάκα εις τηνµαύρην γην, διά να συναντήση τας δύο αδελφάς του. Έµεινε κτήνος άµουσον και άχαρι εις την υπακοήν τηςµητρός του, διά να της κουβαλή ξύλα, όσον βαστούν οι πλάτες του! Και ως πόσα θα της κουβαλήση ακόµα! Και ως πόσους χειµώνας θα ζεσταίνεται αυτή! Μόνον µίαν ηµέραν της είπε µε ήθος πολύ ταπεινόν. – ∆εν λες, µάνα, της Ακρίβως, να πη της Αµέρσας, να πη της δασκάλας, να πη του δηµάρχου, κι ο δήµαρχος να πη του αστυνόµου, κι ο αστυνόµος να διατάξη τους χωροφυλάκους, να µου δώσουν τοµπουζούkι µου πίσω! Έβλεπε τάχα, ως τρελός, την ιεραρχικήν άλυσιν, µε την οποίαν εφαίνοντο να είνε δεµένοι όλοι οι φρόνιµοι; Και ησθάνετο ότι αυτός δεν ήτο απηλλαγµένος από την περίσφιγξιν της αλύσεως

ταύτης;
Τίς έµαθεν αν του απέδωκαν ποτέ το άχαρο µπουζούκι, το όργανον της παρηγορίας του; । । . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Μετά καιρόν εγνώσθη ότι ο εις των δύο νεαρών χωροφυλάκων είχε µετατεθή και έλαβε φύλλον πορείας. Ενώ ούτος έµελλε να επιβιβασθή εις πλοίον διά ν' απέλθη εις την Στερεάν, µεγάλη έρις και λογοµαχία ήναψεµεταξύ των δύο οµοσκήνων περί της κατοχής τουµπουζουκιού. Ο φεύγων επέµενε να το πάρηµαζύ του, ο µένων ήθελε να το κρατήση. Ο δεύτερος εκράτη την κεφαλήν του οργάνου, ο πρώτος ετράβα την ουράν. Ούτος ήτον λίαν θυµώδης και πείσµων, και σφόδρα εξαφθείς έκραξε: – Το σπάζω καλλίτερα!απ' το παράθυρο το ρίχνω,όχι!... θα το κράτησης εσύ! ... Και αµ' έπος αµ' έργον. Ο νεαρός ούτος χωροφύλαξ ωµοίαζεµε τους αιρετικούς, οίτινες, διότι τους εξέφυγεν, επάνω εις την σειράν της διαλεκτικής των, µια κακοδοξία, εννοούν να εµµείνουνµέχρι θανάτου εις αυτήν, διά ναµη χάσουν την φήµην ότι είνε αλάνθαστοι. Κατ' αρχάς, µάλλον ηµιαστειευόµενος και ηµιωργισµένος, εξέφερε την απειλήν ταύτην, είτα, διά ναµη φανή ότιµαταίως ηπείλει, ηθέλησε να πραγµατοποιήση την απειλήν. ∆ιά σφοδρού κινήµατος, απέσπασε το όργανον από τας χείρας του άλλου, χαλαρωθείσας προς στιγµήν από την απορίανµεθ' ης εκείνος εκύτταζε τον σύντροφόν του, και διά του ανοικτού παραθύρου το εσφενδόνισεν έξω. Κάτωθεν ακριβώς του παραθύρου του πατώµατος, ήτο το σιδηρόφρακτον παράθυρον του ισογαίου, το οποίον εχρησίµευεν ως κρατητήριον. Μία προβατίνα βαθύµαλλος, µε τα δύο αρνιά της, τα οποία δεν είχαν ανάγκην να δεθούν διά ναµη φύγουν, ήτον δεµένη από τα σίδερα του παραθύρου τούτου, οδηγηθείσα εκεί υφ' ενός των αγροφυλάκων ίσως. Το µπουζούκι, καθώς είχεν εκσφενδονισθή, περιεστράφη επί στιγµήν εις τον αέρα, και είτα έπεσεν ακριβώς επάνω εις την πολύµαλλον ράχιν της προβατίνας, ήτις εβέλασε θρηνωδώς. Το όργανον, εταλαντεύθη προς στιγµήν εκεί επάνω,ηµβλύνθη η ορµή της πτώσεως του,κ' έπεσεν εις το έδαφος τόσον µαλακά, ώστε δεν έπαθε τίποτε. Την ιδίαν στιγµήν εν δεκαετές παιδίον, ο µικρός Αλέξης της Βάσως, της γειτόνισσας, διήρχετο τρέχον έµπροσθεν τού στρατώνος. Είχε ακούσει την ιστορίαν τούµπουζουκίου και ηγάπα πολύ τον Ζάχον, όστις ήτο και αυτός εν µέγα παιδίον. Καθώς είδε το όργανον να πέση, επλησίασεν, έκυψε, το ήρπασεν, έτρεξε πάραυτα εις την οικίαν της Ζωγάρας, κ' εφώναξε τον Ζάχον: –Να!... έλα πάρε το µπουζούκι σου!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου