Τρίτη, 21 Μαΐου 2013

Πατρίδα μου είναι η γλώσσα μου. Εκεί είναι η θαλπωρή μου. 

*
"Είμαστε οι μόνοι σ’ ολόκληρη την Ευρώπη που έχουμε το προνόμιο να λέμε τον ουρανό “ουρανό” και τη θάλασσα “θάλασσα” όπως την έλεγαν ο Όμηρος και ο Πλάτωνας πριν δυόμισι χιλιάδες χρόνια. Δεν είναι λίγο αυτό. Η γλώσσα δεν είναι μόνον ένα μέσον επικοινωνίας. Κουβαλάει την ψυχή του λαού μας κι όλη του την ιστορία και όλη του την ευγένεια. "

Οδυσσέας Ελύτης από ομιλία του προς τους Έλληνες μετανάστες της Σουηδίας, Νοέμβριος 1979
*
Όπως μας έλεγε και ο Αντισθένης, «Αρχή σοφίας, η των ονομάτων επίσκεψις».
Για παράδειγμα:
Ο «άρχων» είναι αυτός που έχει δική του γή
άρα=γή.

Ο «βοηθός» σημαίνει αυτός που στο κάλεσμα τρέχει.
Βοή=φωνή + θέω=τρέχω.

Ο Αστήρ είναι το αστέρι, αλλά η ίδια η λέξη μας λέει ότι κινείται, δεν μένει ακίνητο στον ουρανό
α + στήρ από το ίστημι που σημαίνει στέκομαι.

Αυτό που είναι πραγματικά ενδιαφέρον, είναι ότι πολλές φορές η λέξη περιγράφει ιδιότητες της έννοιας την οποίαν εκφράζει, αλλά με τέτοιο τρόπο που εντυπωσιάζει και δίνει τροφή για την σκέψη.
Για παράδειγμα:
Ο «φθόνος» ετυμολογείται από το ρήμα «φθίνω» που σημαίνει μειώνομαι. Και πραγματικά ο φθόνος σαν συναίσθημα, σιγά σιγά μας φθίνει και μας καταστρέφει. Μας «φθίνει» - ελαττώνει σαν ανθρώπους – και μας φθίνει μέχρι και τη υγεία μας.
Και φυσικά όταν θέλουμε να χαρακτηρίσουμε κάτι που είναι τόσο πολύ ώστε να μην τελειώνει πως το λέμε; Μα φυσικά «άφθονο».

Έχουμε την λέξη «ωραίος» που προέρχεται από την «ώρα». Διότι για να είναι κάτι ωραίο, πρέπει να έρθει και στην ώρα του.

Ακόμα έχουμε την λέξη «ελευθερία» για την οποία το «Ετυμολογικόν Μέγα» διατείνεται «παρά το ελεύθειν όπου ερά» = το να πηγαίνει κανείς όπου αγαπά.
Άρα βάσει της ίδιας της λέξης, ελεύθερος είσαι όταν έχεις την δυνατότητα να πάς όπου αγαπάς. Πόσο ενδιαφέρουσα ερμηνεία...

Το "άγαλμα" ετυμολογείται από το αγάλλομαι (ευχαριστιέμαι) επειδή όταν βλέπουμε ένα όμορφο αρχαιοελληνικό άγαλμα η ψυχή μας αγάλλεται. Και από το θέαμα αυτό επέρχεται η αγαλλίαση.
Αν κάνουμε όμως την ανάλυση της λέξης αυτής θα δούμε ότι είναι σύνθετη από αγάλλομαι + ίαση(=γιατρειά).
Άρα για να συνοψίσουμε, όταν βλέπουμε ένα όμορφο άγαλμα (ή οτιδήποτε όμορφο), η ψυχή μας αγάλλεται και ιατρευόμαστε.
Και πραγματικά, γνωρίζουμε όλοι ότι η ψυχική μας κατάσταση συνδέεται άμεσα με την σωματική μας υγεία.

Παρένθεση: και μια και το έφερε η «κουβέντα»,
η Ελληνική γλώσσα μας λέει και τι είναι άσχημο. Από το στερητικό «α» και την λέξη σχήμα μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε τι. Για σκεφτείτε το λίγο...

Σε αυτό το σημείο, δεν μπορούμε παρά να σταθούμε στην αντίστοιχη Λατινική λέξη για το άγαλμα (που άλλο από Λατινική δεν είναι).
Οι Λατίνοι ονόμασαν το άγαλμα, statua από το Ελληνικό «ίστημι» που ήδη αναφέραμε σαν λέξη, και το ονόμασαν έτσι επειδή στέκει ακίνητο.
Προσέξτε την τεράστια διαφορά σε φιλοσοφία μεταξύ των δύο γλωσσών, αυτό που σημαίνει στα Ελληνικά κάτι τόσο βαθύ εννοιολογικά, για τους Λατίνους είναι απλά ένα ακίνητο πράγμα.

Μια και αναφέραμε τα Λατινικά, ας κάνουμε άλλη μια σύγκριση.
Ο «άνθρωπος στα Ελληνικά ετυμολογείται ώς το όν που κυττάει προς τα πάνω (άνω + θρώσκω). Πόσο σημαντική και συναρπαστική ετυμολογία που μπορεί να αποτελέσει βάση ατελείωτων φιλοσοφικών συζητήσεων.
Αντίθετα στα Λατινικά ο άνθρωπος είναι «Homo» που ετυμολογείται από το χώμα. Το όν που κοιτάει ψηλά στον ουρανό λοιπόν για τους Έλληνες, σκέτο χώμα για τους Λατίνους...
Υπάρχουν και άλλα παρόμοια παραδείγματα που θα μπορούσαν να αναφερθούν εδώ. Είναι λογικό στο κάτω κάτω ότι μια γλώσσα που βασίστηκε στην Ελληνική αντιγράφοντάς την, εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να έχει τα ίδια υψηλά νοήματα.

Είναι προφανής η σχέση που έχει η γλώσσα με την σκέψη του ανθρώπου. Όπως λέει και ο George Orwell στο αθάνατο έργο του «1984», απλή γλώσσα σημαίνει και απλή σκέψη. Εκεί το καθεστώς προσπαθούσε να περιορίσει την γλώσσα για να περιορίσει την σκέψη των ανθρώπων, καταργώντας συνεχώς λέξεις.

«Η γλώσσα και οι κανόνες αυτής αναπτύσσουν την κρίση» έγραφε ο Μιχάι Εμινέσκου, εθνικός ποιητής των Ρουμάνων. Μια πολύπλοκη γλώσσα αποτελεί μαρτυρία ενός προηγμένου πνευματικά πολιτισμού. Το να μιλάς σωστά σημαίνει να σκέφτεσαι σωστά, να γεννάς διαρκώς λόγο και όχι να παπαγαλίζεις λέξεις και φράσεις.

Όπως σημειώνει και ο «δικός μας» Κωνσταντίνος Τσάτσος, πρώην Υπουργός, πρώην Πρόεδρος Δημοκρατίας και συγγραφέας, «Όσο πιο προηγμένος είναι ο πολιτισμός ενός έθνους, τόσο πιο πλούσιες σε προϊστορία, και συνεπώς και σε ουσία, είναι οι λέξεις της γλώσσας... Με την γλώσσα μεταδίδομε λογικούς συνειρμούς και διεγείρομε συναισθήματα... Κάθε λαός έχει την γλώσσα που του αξίζει. Στην γλώσσα, όπως και στα τραγούδια του, εναποθηκεύεται ο πολιτισμός του... είναι ο πιο αδιάψευστος μάρτυρας της ιστορικής του συνείδησης και της ιστορικής του συνέχειας.»

Αλέξανδρος Αγγελής ,Η μαγεία της Ελληνικής γλώσσας, Αντίβαρο, Δεκέμβριος 2007

***

Κυριακή, 12 Μαΐου 2013

Η συμπαθης ταξη των εκπαιδευτικων.

Επιστρατεύτηκαν οι καθηγητές για να γίνουν κανονικά οι πανελλαδικές.
Ποιόν αφορά το θεμα, αν οχι τον μεσο πολίτη, που αναθετει κατ επιλογή και κατ΄ανάγκη την διαπαιδαγώγηση των παιδιών του σ΄αυτούς; Ποιόν αφορά το θέμα των εξαθλιωμένων εκπαιδευτικών που απ το ψυχικό και συναισθηματικό τους υστέρημα, προσπαθούν να δωσουν ένα πνευματικό πλεονέκτημα στη νεότητα; Εμάς, κυρίως τους πολίτες, να υποθέσω.
Πώς αντιλαμβάνεται μια κοινωνία το ρόλο των δασκάλων αποτελεί, τετριμένο, πλην δεικτη της συγκρότησής της. Γιατί οι κοινωνία των ανθρώπων δεν ειναι λογιστικοι πίνακες και οικονομικό μέγεθος.
Πώς νοιώθουμε λοιπόν όλοι εμεις, οι γονείς, οι πολίτες, οι εργαζόμενοι και φορολογούμενοι πολίτες μπροστα σε αυτην την αποστροφή της κατάστασης; Πώς νοιώθουμε, που οι δάσκαλοι δεν στεκουν ψηλα στα ματια των παιδιών μας; που οι νεοι αποστρεφονται το καθηγητικο επαγγελμα;
Πώς νοιώθουμε που βλέπουμε παιδια 17-18 χρονων να υστερίζουν που θα μπορουσε να παραταθει η αγωνια τους;
Πώς νοιώθουμε που μάθαμε γράμματα σε χαλεπούς καιρούς, από τετοιους δασκάλους;
Που η ελευθερία που παρασχέθηκε στο μετεπειτα ηταν κι αυτη μια ψευδαίσθηση και απλως μια επιβραβευση του ατομισμού και της φυγοπονίας;
Πώς νοιώθουμε που διαλύεται  το δημοσιο σχολείο κι εμεις ατενίζουμε την κατάντια χωρις καμιά ντροπη;
Πώς θα νοιώσουμε, όταν σε λιγο καιρό οι μη εχοντες αγαθά, δεν θα μπορουν να συμμετεχουν σε καμιά παιδεία;
Θα αναρωτηθούμε τότε για την εγκληματικότητα που θα σαρώνει, για το ρατσισμό που θα ματώνει, για τον ψυχικό αναλφαβητισμό που θα επικρατεί;
Για μια ακόμη φορά, δεν ενηλικιωθήκαμε ποτέ. Για μια ακόμη φορά θέλουμε έναν κομματικό σχηματισμό να μας το πει, Να μας καλύψει. Να μας πει πού να κοιτάξουμε. Και τι να δούμε. Φταίνε ή όχι οι δασκαλοι;
Ναι θα πω, Αλλά πόσο; Πόσο να ευθύνονται κι αυτοί που άλλοτε ειναι οι ουραγοί των επιστημόνων, άλλοτε η ψυχη της εκπαίδευσης, άλλοτε ζητιάνοι κι αλλοτε αργυρώνητοι;
 Αποφασιστε όμως, τι είναι.
Τι ρόλο τους αποδίδουμε.
 Τι θελουμε απο αυτούς και τα σχολειά μας;
 Να διδαξουν το καθήκον στον εαυτο μας και στην κοινωνία ή το "καθήκον" στην παραγωγή χρηστικών εργαλείων;
Αποφασιστε, γιατί έφτασε η ώρα.

Τετάρτη, 8 Μαΐου 2013

Τρίτη, 7 Μαΐου 2013

Ορφέας Περίδης- Αυτός που πάει τη ζωή

http://youtu.be/Dolqp-zoSNQ


Εκεί πίσω απο τους καταρράκτες του Νερόμυλου, κι αψηφώντας την χυδαιότητα που έχει προ πολλού αντικαταστήσει την κατάνυξη των ημερών και των μηνυμάτων της, συναντήσαμε μια γλυκιά έκθεση ζωγραφικής του Βασίλη Στάμου.. ¨Ενα σημάδι στο sold-out των καιρών. είκοσι ζωγραφιές, εικοσι pastels, αρκούν να δώσουν μια συγκίνηση. Απλές στιγμές, μεγάλα νοήματα.΄¨Ομορφη ισορροπημένη έκφραση, χωρις κραυγές, εντυπωσιασμούς,άρνηση. Ξεχωρίσαμε δύο δυάδες: η μια που απεικονίζει στο μισό της με κοκκινωπά χρώματα την ερημία της συνύπαρξης και στο άλλο μισό με ψυχρό γκρι και κίτρινο τη μοναξιά.Η διαφορα; στην συνύπαρξη φυτρώνει πάντα ελπίδα, στη μοναξιά διέξοδο ουδεν.
Μας συγκίνησε όμως ιδιαίτερα η δυάδα που αναπαριστά δύο κούνιες, εκείνες των παιδικών μας χρόνων.  Στη μια εικόνα το δέντρο σταθερό, βοηθητικό Υποκλίνεται στην αρχή της ζωής, της γνώσης , του παιχνιδιού. Κι όλα λάμπουν εκεί. Στη δεύτερη, η κούνια πια δεν διαθέτει στήριγμα και "χέρι πατρικό¨", κι ουτε νοι'αζεται κανείς να την στεριώσει. Φεύγει λοιπόν κι απογειώνεται σε ενα σύννεφο μολυβί.
 ¨Όμορφη αίσθηση λιτότητας και οικονομίας στην αποτύπωση, όχι όμως και στην σγκίνηση. Δεν ξέρω, λοιπόν αν οι λέξεις είναι χαμένες, όπως επιγράφεται κεντρικός πίνακας της έκθεσης, όμως δεν ξέρω κι αν χρειάζονται πάντα. Και σίγουρα όχι, εδώ, που μιλάει η ψυχή με τα δικά της χρώματα και θραύσματα. 
Ροζαλια