Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2012

«… Καθώς έρχεσαι από την Αθήνα στους Δελφούς, αφού περάσεις τη Θήβα και τη Λειβαδειά, εκεί που ο δρόμος βρίσκει τον δρόμο της Δαυλίδας, είναι το σταυροδρόμι του Μέγα, του ληστοφάγου, όπως τον έλεγαν τα λαϊκά μυθιστορήματα του περασμένου αιώνα. Στα χρόνια της Πυθίας λεγότανε Σχιστή οδός. Είταν ένα πολύ σημαντικό σταυροδρόμι για τα συναισθηματικά πλέγματα των παλαιών, ίσως, με άλλο τρόπο και για μας. Εκεί αρχίζει η ιστορία του Οιδίποδα που αποκρίθηκε στη Σφίγγα, του τυφλού Οιδίποδα, του άκρου ικέτη. Η Πυθία είχε δώσει τον χρησμό της στον πατέρα του: “Λάιε, μου γυρεύεις ένα γιο, θα σου τον δώσω, όμως είναι της μοίρας σου από τα χέρια του να χάσεις το φως της ημέρας”. Ο Λάιος πήγαινε στους Δελφούς. Ο Οιδίποδας γύριζε. Συναντήθηκαν σ’ αυτό το σταυροδρόμι, κάτω από τον βαρύ όγκο του Παρνασσού. Ούτε ο ένας ούτε ο άλλος ήξερε ποιον αντίκρυζε. Λογόφεραν. Ο Οιδίποδας σκότωσε τον πατέρα του. Ζούμε σε μια τεχνολογική εποχή, όπως λέμε. Η Πυθία έσβησε, κι από τον μύθο του Οιδίποδα η επιστήμη άντλησε σύμβολα και όρους που μας απασχολούν ίσως περισσότερο από όσο τους αρχαίους, το Μαντείο των Δελφών. Σήμερα, αυτό το παραμύθι μπορεί να δίνει ακόμη στους πολλούς μια ευχάριστη βραδιά στο θέατρο, αν τύχει και παίζει κανένας καλός ηθοποιός. Όμως, αν δεν έχουμε πια τον Οιδίποδα εκείνον, έχουμε το οιδιπόδειο και τα συνακόλουθά του. Είναι καλύτερα έτσι. Μπορεί. Το ζήτημα δεν είναι τόσο ποια πράγματα τελείωσαν, αλλά με τί αντικαθιστούμε, εμείς που ζούμε, …τα πράγματα που νομίζουμε τελειωμένα. … Λ.χ. η έννοια της λέξης χρησμός πού έχει πάει στον καιρό μας; Η λέξη έγινε ένα αρχαιολογικό αντικείμενο. Σύμφωνοι. Όμως η έννοιά της; Μήπως πήρε ανεπαίσθητα τούτη ή εκείνη την επιστημονική ή μαθηματική μορφή; Ποιος το ξέρει. Ωστόσο, εκείνο που αισθάνεται κανείς είναι ότι στο βάθος του σημερινού στοχασμού κάτι πρέπει να μένει από εκείνες τις παλιές, καταλυμένες εκφράσεις. Αλλιώς πώς θα μπορούσαμε να νιώσουμε εδώ μια τέτοια δόνηση;… Κατά το μεσημέρι στο Μουσείο, ξανακοίταξα τον Ηνίοχο. Δεν έζησε πολύ στα μάτια των παλαιών, καθώς μας λένε. Ένας σεισμός έθαψε το έργο εκατό χρόνια αφού το έστησαν – αυτός ο αιώνιος διάλογος στους Δελφούς της οργής της γης και της ιερής γαλήνης. Έμεινα πολλή ώρα κοντά του. Όπως και άλλοτε, όπως πάντα, αυτή η ακίνητη κίνηση σου κόβει την ανάσα. Δεν ξέρεις. Χάνεσαι. Έπειτα προσπαθείς να κρατηθείς από τις λεπτομέρειες. Τα αμυγδαλωτά μάτια με το στηλό, διάφανο βλέμμα, το θεληματικό σαγόνι, τις σκιές γύρω στα χείλια, στον αστράγαλο ή στα νύχια του ποδιού. Ο χιτώνας που είναι ή δεν είναι κολόνα. Κοιτάζεις τις ραφές του, τις ταινίες που τον συγκρατούν σταυρωτά. Τα γκέμια στο δεξί χέρι που μένουν εκεί κουβαριασμένα, ενώ τα άλογα έχουν καταποντιστεί μέσα στο χάσμα του καιρού. Έπειτα η ανάλυση σε ενοχλεί. Έχεις την εντύπωση πως αφουγκράζεται μια γλώσσα που δεν μιλιέται πια. Τί σημαίνουν αυτές οι λεπτομέρειες που δεν είναι δεξιοτεχνίες. Πώς εξαφανίζονται έτσι μέσα στο σύνολο. Τί υπήρχε πίσω από αυτή τη ζωντανή παρουσία. Διαφορετικές ιδέες, διαφορετικοί έρωτες, διαφορετική προσήλωση. Έχουμε δουλέψει σαν τα μερμήγκια και σαν τις μέλισσες πάνω σ’ αυτά τα απομεινάρια. Πόσο την έχουμε προσεγγίσει την ψυχή που τα έπλασε. Θέλω να πω αυτή τη χάρη στην ακμή της, αυτή τη δύναμη, αυτή τη μετριοφροσύνη κι αυτά που συμβολίζουν τέτοια σώματα. Αυτή τη σίγουρη πνοή που κάνει τον άψυχο χαλκό να υπερβαίνει τους κανόνες του λογικού μας και να γλιστρά μέσα σ’ έναν άλλο χρόνο, καθώς στέκεται εκεί, στην ψυχρή αίθουσα του μουσείου… Το πρωί στη Μαρμαριά πήγα να ξαναϊδώ τα βράχια που κύλησαν από τον Παρνασσό και τσάκισαν τον Ναό της Αθηνάς, όπως μνημονεύει ο Ηρόδοτος. Στην αρχή του αιώνα μας μια άλλη καταιγίδα ξεθηλύκωσε πάλι τρία μεγάλα βράχια κι αποτέλειωσε το ερείπιο. Τα βράχια είναι εκεί, ανάμεσα στα τσαλαπατημένα έργα των ανθρώπων, δείχνοντας ακόμη, ακίνητη τώρα, την πρώτη ορμή τους. Θυμήθηκα τον Άγγελο Σικελιανό καθώς αφουγκράζονταν το ξεκίνημα ενός τέτοιου αγέρα: “Ούτ’ ένας ήχος δεν ακούεται πουθενά. Και ξαφνικά μια φοβερή βοή, μια βοή τρανή κι απίστευτη ξεσπά σαν απ’ ολούθε. Είναι ο μεγάλος άνεμος του Παρνασσού, όπου απροσδόκητα ξεκινά από τις κορφές στο διάστημα με μιαν ορμή που λες πως θα συντρίψει και θα κάμει σκόνη ακόμη και τους βράχους”. Έγραφε ο ποιητής των Δελφών, αν κανένας από τους συγχρόνους μπορεί να ονομαστεί άνθρωπος των Δελφών, στο σπίτι του ψηλά, κοντά στο Στάδιο, όπου τον πρωτογνώρισα. Το σπίτι του είναι τώρα ρημάδι. Μια άσκημη προτομή του έξω από την πόρτα υπογραμμίζει τη ματαιότητα της δόξας». Γιώργος Σεφέρης - Δελφοί,Αθήνα

Τρίτη, 14 Αυγούστου 2012


‎-Βιμ Βέντερς (Ernst Wilhelm Wenders 14/8/1945)

Ο Έρνστ Βίλχελμ Βέντερς, όπως είναι το πλήρες όνομά του, γεννήθηκε στις 14 Αυγούστου του 1945 στο Ντίσελντορφ και μεγάλωσε στο Όμπερχαουζεν, όπου ο πατέρας του εργαζόταν ως γιατρός. Ακολουθώντας τα χνάρια του πατέρα του σπούδασε Ιατρική και Φιλοσοφία στο Μόναχο, το Φράιμπουργκ και το Ντίσελντορφ. Διέκοψε τις σπουδές του και το 1966 μετακόμισε στο Παρίσι για να γίνει ζωγράφος, απέτυχε όμως στις εισαγωγικές εξετάσεις στην Ακαδημία Τεχνών. Έτσι εργάστηκε ως λιθογράφος στο εργαστήρι του Αμερικανού καλλιτέχνη Τζόνι Φρίντλαντερ. Εκείνη την περίοδο έγινε τακτικός επισκέπτης της Γαλλικής Ταινιοθήκης βλέποντας πέντε ταινίες την ημέρα.

Επιστρέφοντας στη Γερμανία το 1967, έγινε δεκτός στη Σχολή Κινηματογράφου του Μονάχου (Hochschule für Fernsehen und Film), η οποία μόλις είχε ιδρυθεί. «Ήταν η εποχή της επανάστασης. Αμφισβητούσαμε τους καθηγητές και διαμορφώναμε μόνοι μας το πρόγραμμα σπουδών», λέει ο ίδιος για εκείνη την περίοδο. Ανάμεσα στο 1967 και το 1970, παράλληλα με τις σπουδές του, ο Βέντερς εργάστηκε σαν κριτικός κινηματογράφου και συνεργάστηκε με την κινηματογραφική επιθεώρηση Filmkritik, την ημερήσια εφημερίδα του Μονάχου Süddeutsche Zeitung, το περιοδικό Twen και το Spiegel. Την ίδια περίοδο, έκανε πολλές μικρού μήκους ταινίες και το «καυτό» ’68 συνελήφθη κατά τη διάρκεια μιας διαδήλωσης και φυλακίστηκε.

Ο Βέντερς αποφοίτησε από τη Σχολή με τη μεγάλου μήκους ασπρόμαυρη ταινία Καλοκαίρι στη πόλη, μια ταινία αφιερωμένη στο συγκρότημα Kinks, η οποία γεννήθηκε από την επιθυμία του να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη τα αγαπημένα του τραγούδια εκείνης της εποχής. Η ιστορία ενός ανθρώπου που αποφυλακίζεται και προσπαθεί να βάλει σε τάξη τη ζωή του, λειτούργησε περισσότερο σαν μια πρόφαση για να εντάξει στην ταινία σκηνές με τζουκ μποξ, μαγνητόφωνα, ραδιόφωνα αυτοκινήτων, ώστε να ακουστούν όσο το δυνατόν περισσότερα τραγούδια. Η ειρωνεία ήταν ότι δεν είχε εξασφαλίσει τα δικαιώματα των τραγουδιών και η ταινία δεν μπορούσε να προβληθεί...

Σε πρόσφατη συνέντευξή του ο Βιμ Βέντερς αναφέρθηκε στην επίδραση που ασκεί η μουσική στο έργο του:

«Αν δεν υπήρχαν οι Κινκς, ο Βαν Μόρισον, οι Μπητλς, οι Στόουνς και πάνω απ’ όλους ο Μπομπ Ντίλαν, δε θα τολμούσα ποτέ να εγκαταλείψω τις σπουδές ιατρικής και φιλοσοφίας για ν’ αφοσιωθώ σε κάτι τόσο αβέβαιο, όπως η καλλιτεχνική δημιουργία. Σαν σκηνοθέτης ασκεί κανείς ταυτόχρονα πολλά επαγγέλματα: είναι ψυχίατρος, λογιστής, δικηγόρος, ταξιδιωτικός πράκτορας, αρχιτέκτονας, φωτογράφος, αφηγητής, διαφημιστής, συγγραφέας και πολλά ακόμη τα οποία δεν είναι τόσο λαμπερά και δημιουργικά. Πίσω απ’ όλα αυτά υπάρχουν μόνο δύο αληθινοί προορισμοί: του ταξιδιώτη και του ονειροπόλου. Κανένα δεν μπορεί να διαχωριστεί από το άλλο. Οι ταινίες είναι πάντα ταξίδια είτε προς τα έξω, είτε προς τα μέσα. Και χωρίς να έχει πρώτα ονειρευτεί, κανείς ταξιδιώτης δεν ξεκινά το ταξίδι. Και οι δύο αυτές ασχολίες μου έχουν μια κοινή πηγή, από την οποία αναβλύζει διαρκώς έμπνευση και ενέργεια. Κι αυτή είναι η μουσική. Χωρίς αυτή δε θα ήμουν ούτε ταξιδιώτης ούτε ονειροπόλος και άρα ούτε σκηνοθέτης».

Η επαγγελματική του καριέρα εγκαινιάζεται με τον Φόβο του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι (1971), που βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Πέτερ Χάντκε και αφηγείται την ιστορία ενός επαγγελματία τερματοφύλακα που εγκαταλείπει ξαφνικά την ομάδα του στη διάρκεια ενός ποδοσφαιρικού αγώνα και ξεκινά μια οδύσσεια. Ταινία περιπλάνησης ενός ατόμου χωρίς ταυτότητα, ένα έργο για τα σύνορα, το όνειρο της Αμερικής, την απουσία συναισθημάτων και το πάθος του κινηματογράφου.

Το 1971 μαζί με άλλους 14 Γερμανούς κινηματογραφιστές, μεταξύ των οποίων τον Φασμπίντερ, ίδρυσε μια κοινοπραξία με το όνομα: «Filmverlag der Autoren», που έγινε ο πυρήνας του Νέου Γερμανικού Κινηματογράφου. «Σε αντίθεση με τη νουβέλ βαγκ, ουδέποτε σκεφτήκαμε, ελπίσαμε ή θελήσαμε να “βελτιώσουμε” ή να “ενταχθούμε” στην κινηματογραφική βιομηχανία της εποχής, ούτε καν να την υποκαταστήσουμε: θεωρούσαμε τη δραστηριότητά μας “εναλλακτική”. Δεν είχαμε ούτε πρότυπα, ούτε παράδοση, ούτε κανέναν που να θέλουμε να πάρουμε τη θέση του. Η Filmverlag λειτουργούσε σαν κοινοπραξία. Και ήταν πραγματικά θαυμάσια η μεταξύ μας αλληλεγγύη, που ουσιαστικά ήταν και το μοναδικό κεφάλαιο που διαθέταμε». Προκειμένου να χρηματοδοτήσει την κοινοπραξία αυτή, ο Βέντερς ανέλαβε να σκηνοθετήσει μια παραγωγή της Γερμανικής Τηλεόρασης Το πορφυρό γράμμα, μια ταινία που η δράση της εκτυλίσσεται στο 17ο αιώνα. Το γεγονός όμως ότι ήταν ταινία εποχής «εγκλώβισε» τον σκηνοθέτη: «Δε μου αρέσει πια να κάνω ταινίες όπου δεν επιτρέπεται να υπάρχουν τουλάχιστον ένα αυτοκίνητο, ένα βενζινάδικο, μια τηλεόραση, ένας τηλεφωνικός θάλαμος, κάποιο ταξίδι», λέει ο ίδιος. Το θέμα της μανίας για ταξίδια έμελλε να παίξει έναν κυρίαρχο ρόλο στις μετέπειτα ταινίες του, καθώς σκηνοθέτησε πολλά road movies.

Tο 1978, μετά από πρόσκληση του Φράνσις Φορντ Κόπολα, πήγε στις ΗΠΑ για να γυρίσει το Ιδιωτικός ντετέκτιβ Χάμετ, που τον απασχόλησε παράλληλα με άλλες δουλειές μέχρι το 1982. Το εγχείρημα όμως να αποτίσει φόρο τιμής στον Αμερικανό συγγραφέα αστυνομικών μυθιστορημάτων Ντάσιελ Σάμιουελ Χάμετ εξελίχθηκε σε τραυματική εμπειρία: Όπως και το One from the Heart του Κόπολα, που γυρίστηκε την ίδια χρονιά, έτσι και το Χάμετ είναι σήμερα περισσότερο γνωστό από τα προβλήματα στην παραγωγή του. Ο Κόπολα δεν έμεινε ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα και ξαναγύρισε εκτεταμένα αποσπάσματα της ταινίας, καθυστερώντας την έξοδό της. Κατά τη διάρκεια της αναγκαστικής διακοπής των γυρισμάτων, ο Βέντερς θεματοποιεί την ίδια τη φιλμική δημιουργία κάνοντας την Αστραπή πάνω από το νερό, μια ταινία για τον ετοιμοθάνατο φίλο του σκηνοθέτη Νίκολας Ρέι, και αποτυπώνοντας το 1982 την εμπειρία του Χάμετ στην Κατάσταση των πραγμάτων. Η ταινία, η οποία βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Βενετίας, παρακολουθεί ένα κινηματογραφικό συνεργείο, που ενώ γυρίζει μια ταινία επιστημονικής φαντασίας, ο παραγωγός εξαφανίζεται χωρίς να αφήσει δεκάρα. Το γύρισμα σταματά και δίνει τη θέση του στην αναμονή. «Έπρεπε να κάνω μια ταινία με αφετηρία την κατάστασή μου, ανάμεσα στις δύο ηπείρους και να μιλήσω για την αγωνία του γυρίσματος μιας ταινίας στην Αμερική», εξηγεί ο Βιμ Βέντερς.

Tο 1987 o Βέντερς επέστρεψε στη Γερμανία για να γυρίσει Τα φτερά του έρωτα, που διακρίθηκε στις Κάννες, με το βραβείο Καλύτερης Σκηνοθεσίας και του έφερε ευρύτατη αποδοχή. Αυτή η ταινία, με έντονο συναισθηματικό και μεταφυσικό χαρακτήρα, παρακολουθεί δύο αγγέλους στο διαιρεμένο Βερολίνο, και εμπεριέχει όλη την ιστορία της πόλης πριν από την πτώση του τείχους. Με εκπληκτικές εναέριες λήψεις στο Βερολίνο, (υποκειμενικό των αγγέλων) ο σκηνοθέτης μας αφηγείται την ιστορία αυτών των αόρατων για τους ανθρώπους αγγέλων. Ο Ντάμιελ, που υποδύεται ο Μπρούνο Γκαντς, ερωτεύεται μια ακροβάτισσα και λαχταρά να γίνει πάλι άνθρωπος για να βιώσει τις αισθήσεις των κοινών-θνητών: να γευτεί το φαγητό, να ακούσει μουσική, να νιώσει τη βροχή. Ταινία καθαρής ποίησης και ταυτόχρονα ερωτική εξομολόγηση στη ζωή.

Ο Βιμ Βέντερς αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου της Σορβόννης, είναι μέλος της Ακαδημίας Τεχνών του Βερολίνου, πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου και, από το 1993, καθηγητής στη Σχολή Κινηματογράφου του Μονάχου. Σήμερα μοιράζει τη ζωή του ανάμεσα στο Λος Άντζελες και το Βερολίνο, μαζί με τη σύζυγό του Ντονάτα Βέντερς.

http://www.klg.gr/win%20wenders.htm

Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2012

Όλα τα πήρε το καλοκαίρι

Καλώς σας βρισκω!





Είναι δυο άνθρωποι, ο ένας με μαχαίρι, ο άλλος άοπλος

Αυτός με το μαχαίρι λέει στον άλλο: «θα σε σκοτώσω».
«Μα γιατί»,
ρωτά ο άοπλος,
«τι σου ’χω κάνει; Πρώτη φορά βλεπόμαστε.
Ούτε σε ξέρω ούτε με ξέρεις»
«Γι’ αυτό ακριβώς θα σε σκοτώσω.
Αν γνωριζόμασταν, μπορεί να σ’ αγαπούσα»,
λέει αυτός με το μαχαίρι.
«Ή και να με μισούσες, λέει ο άοπλος,
«να με μισούσες τόσο
που με χαρά μεγάλη θα με σκότωνες.
Γιατί να στερηθείς μια τέτοια απόλαυση;
Έλα να γνωριστούμε».
«Κι αν σ’ αγαπήσω», επιμένει ο οπλισμένος,
«αν σ’ αγαπήσω, τι θα κάνει ετούτο το μαχαίρι;»
«Ω, μη φοβάσαι», λέει ο άοπλος,
«σκοτώνει ακόμη κι η αγάπη.
Και, τότε, είναι ακόμη πιο μεγάλη η απόλαυση»

Αργύρης Χιόνης