Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2010

ματαίωση

.......Μετά πολλήν ώραν σιωπής, καθ' ην ησθανόμην τον παππούν θριαμβεύοντα επί της απειρίας μου, ύψωσα εκ νέου τους οφθαλμούς προς αυτόν:


"Πολλά ταξείδια θα έκαμες εις την ζωήν σου!" τω είπον. Και επρόφερα τας λέξεις μετά θαυμασμού, πολλής μετέχοντος της κολακείας.


Ο παππούς εξαφνίσθη. Προφανώς η ερώτησις τω ήλθεν απροσδόκητος. Επί τινας στιγμάς με ητένισεν ως άνθρωπος σιγηλά διαμαρτυρόμενος κατά τινος συκοφαντίας. Είτα, "Εγώ;" είπεν, "Εγώ ταξείδια; Η γιαγιά σου, η Χατζίδενα!"


Εν τη προφορά των λέξεων τούτων υπεννοείτο ολόκληρος ιστορία. Επειδή όμως εγώ δεν έδειξα ότι εκαταλάμβανα την σημασίαν αυτής, ο παππούς προσέθηκε την ιστορίαν χαμηλή τη φωνή!


"Μια φορά -τότε δεν ήτον ακόμη Χατζίδενα- ψυχή μου, της λέγω, ετάχθηκα να πάγω στην Σαρακηνού, στο πανηγύρι."


"Να πας βέβαια, να πας", λέγ' αυτή. "Ε; Τι σε θέλω δωπέρα; Τι σε θέλω! Να κάθεσαι να με φυλάγης;" Και χαμηλώσας έτι μάλλον την φωνήν "Ο τέτοιος και τέτοιος και τέτοιος" προσέθηκεν ο γέρων εκφραστικώς. "Πολύ καλά" εξακολούθησεν έπειτα. "Ξυρίζουμαι, στολίζουμαι, σελώνω τ' άλογο, βάλλω το σταυρό μου να καβαλικέψω - Να σου την και παρουσιάζεται." Και χαμηλώσας την φωνήν ούτως ώστε μόλις ν' ακούεται ο παππούς,


"Μωρέ που να πάθης, που να δείξης, πού θα πας;" είπε, μιμούμενος της γιαγιάς τα σχήματα. "Ε; πού θα πας;"


"Στην Παναγία, ψυχή μου, στην Σαρακηνού."


"Μωρέ θ' αφήσεις την αγελάδα να πας στην Παναγία; Μωρέ τέτοιε, και τέτοιε και τέτοιε, το πανηγύρι το συλλογέσαι, και την αγελάδα, την γκαστρωμένη την αγελάδα, δεν την συλλογέσαι; Που είναι στην εβδομάδα της, δεν την συλλογέσαι;


Τώρα, θέλω να της συντύχω", είπεν ο παππούς αναλαβών την στάσιν του, "μα που δεν σ' αφήνει νάρθης στην αράδα; Σαν είδα που δεν τα βγάζω στο κεφάλι:


Καλό, ψυχή μου, της λέγω. Εγώ - 'Εβασκέστισα'.


Αμ ο κόσμος; ο κόσμος τι θα πη! Που έκαμες ετοιμασίας κ' αγόρασες τα κεριά και το λάδι και το θυμίαμα! Και τ' άλογο; τ' άλογο τι θα πη που το καλίβωσες και το σέλωσες; Τ' άλογο θέλει δρόμο!" Είπεν ο παππούς κλείσας προς εμέ εκφραστικώς τον οφθαλμόν και περιμένων να τον εννοήσω. Και περιμένων εις μάτην.


"Δεν καταλαμβάνεις;" ανεφώνησεν επί τέλους, "ο καυγάς ήταν για το πάπλωμα! Την εσήκωσα, ψυχή μου, την εκάθισα πάνω στ' άλογο, και την έστειλα στο πανηγύρι με τον αδελφό της."


"Κ' εσύ, παππού;"


"Εγώ, ψυχή μου, εφύλαγα μέσ' στο σταύλο να γεννήσ' η αγελάδα. Και άφησε συ που δεν εγέννησε το γδάρμα", προσέθηκεν έπειτα, ωσάν να έπταιε το ζώον διά την αποτυχίαν, "μόνο μου εσήκωσε 'τ' ογούρι', από τα ταξείδια, και όσαις φοραίς εκίνησ' από τότε για ταξείδι, ψυχή μου, βρέθηκεν εμπόδιο μέσ' στο δρόμο μου!"


"Πώς, παππού;"


"Αι!" είπεν εκείνος, αμηχανών, πώς να συνδυάση τα οδοιπορικά του ατυχήματα με τον καθυστερήσαντα τοκετόν της αγελάδος. "Αυτό κι εγώ δεν το ξέρω. Μα, σαν είναι μέσα ναικατωμένη η γιαγιά σου, η Χατζίδενα, πάνε συ πλεια ναύρης λογαριασμό! Πώς σου το κατάφερνε, ψυχή μου, πώς σου το μαστόρευε - είναι να χάσης τον νου σου! Όσαις φοραίς ετοιμάχθηκα να ταξειδεύσω - Πότ' εγεννούσε κάνα πράμμα, πότε ξεπετούσε το μελίσσι, πότ' αρρωστούσε κανένας, πότε ήρχονταν 'μουσαφίρης' - Θαρρείς που τα είχε παραγγελμένα, ψυχή μου, ίσα ίσα την ώρα που έκαμνα τον σταυρό μου να καβαλικέψω!"


Τόσα χρόνια πανδρεμένος, εγώ έκαμνα ταις ετοιμασίαις κ' εκείνη πήγαινε στο ταξείδι! Έτσι στο Ραιδεστό. έτσι στην Συληβριά. έτσι στην Μήδεια. έτσι παντού. Ένα ταξείδι, ψυχή μου, αυτό το μελετούσα στα κρυφά, το φύλαγα για λόγου μου. Καιρούς και χρόνους εμάζευα τα 'μαδιά' και τα έκρυβα όπου κι όπως ειμπορούσα. Σαν εμάζωξα πενήντα χιλιάδες γρόσια, το βάλλω μια μέρα στο 'κέφι', και φωνάζω την γιαγιά σου - Όταν το είχα στο κέφι δεν την εγιώρταζα πολύ πολύ. - Της λέγω λοιπόν, ψυχή μου, έτσι δα μ' απόφασι:


"Χρουσή! Εβάλθηκα να πάγω σε ταξείδι, κύτταξε μην είναι κανένα πράμμα ετοιμόγεννο, ή άρρωστο, ή χρειαζούμενο, και κύτταξε μην έμβη κανένας 'μουσαφίρης' στο σπίτι γιατί, διες, του σπάζω τα πόδια του!" Και ο παππούς έκαμεν ως εάν εθαύμαζε τον εαυτόν του πώς τα εκατάφερεν. "Σε ήθελα, είπεν είτα προς εμέ, να την διης πώς τα εχρειάσθηκε! Τσιμουδιά δεν έβγαλε! Κ' εγώ αυτό ήθελα. Στέλνω, ψυχή μου, στον πνευματικό κι έρχεται κ' εξομολογούμαι. φωνάζω την γιαγιά σου μπροστά του και της γράφω όλον τον βιον επάνω της. Φωνάζω τους χωριανούς και παίρνω συγχώρεσι από τον καθένα, γιατί διες, ψυχή μου, το ταξείδι είναι το μακρύτερο ταξείδι του κόσμου, κ' εμείς έχουμε ζωή και θάνατο!


Την άλλη την ημέρα τραβώ το άλογο και κάμνω το σταυρό μου να καβαλικέψω. Η γιαγιά σου -τότε δεν ήταν ακόμη Χατζίδενα- έσκυψεν από την θύραν να με διη. εγώ το είχα 'τσατισμένο'. κύτταξε! Μια να μ' έβγαζε τίποτε στην μέση, τώπαιρνεν η ευχή! Η γιαγιά σου το ήξευρε. δεν είπε λόγο. Κ' εγώ αυτό ήθελα. Σαν έκαμα τον σταυρό μου να καβαλικέψω.


'Έλα, Χρουσή,' της είπα 'έχουμε ζωή και θάνατο! Συχώρα με και Θεός σχωρέσοι σε!' Εκεί, ψυχή μου, την παίρνουν τα κλάματα", είπεν ο παππούς τεταραγμένος, ως εάν συνέβαινε το πράγμα ταύτην την στιγμήν ενώπιόν του. Και προσπαθών όσον το επ' αυτώ να παραστήση την μεγάλην της συζύγου θλίψιν:


"Αχ! που να μην έσωνα! Που να μην τη έδειχνα!" Είπεν ο παππούς μιξοκλαίων. "Η άτυχη, η κακόμοιρη, η αρίζικη! Που θα χάσω το ταίρι μου! τον νοικοκύρη μου! τον αφέντη μου!"


Και εκπεπληγμένος εκ των κοσμητικών τούτων του επιθέτων ο παππούς: "Αυτό, ψυχή μου", είπε, "δεν το επερίμενα. Όλος ο κόσμος να χαλούσε - το είχα τσατισμένο. Μα σαν είδα την γιαγιά σου, την γυναίκα μου, να κλαίη, εκόπησαν τα ύπατά μου! Πώς να την αφήσω να πάγω στην άκρηα του κόσμου;


'Είμαι ταμμένος στον 'Aγιον Τάφο', της λέγω, ψυχή μου, 'πώς να κάμω τώρα; Σαν δεν πάγω θα κριματισθούμεν.'


'Σαν είσαι συ ταμμένος, νοικοκύρη μου, ανδρόγυνο δεν είμασθε; ένα πράμα είμασθε. Είτε συ επήγες, είτ' εγώ, το ίδιο πράμμα κάνει.'


Τα δάκρυα στα μάτια της!" είπεν ο παππούς, αλλάξας τον τόνον της φωνής του, "τι να πω; Την αναβιβάζω , ψυχή μου, στ' άλογο, και την στέλνω στον 'Aγιο Τάφο με τον αδερφό της.


Από τότε και να πάγη", είπεν ο παππούς κροτών τας παλάμας, ως εάν τας εξεσκόνιζεν, "από τότε και να πάγη δεν εδοκίμασα να ταξειδεύσω."


"Και τον κόσμο που εγύρισες, παππού, τα μεγάλα ταξείδια που έκαμες, θα τα έκαμες λοιπόν πριν πάρης την γιαγιά; ορίστε;"


Ο παππούς ανέλαβε πάλι το εργόχειρόν του. θλιβερόν μειδίαμα εκάθητο επί των χειλέων του.


"Πριν με δώσουν στην γιαγιά σου την Χατζίδενα", είπε ταπεινώσας τους οφθαλμούς, "δεν ήμουν αγόρι!"


"Αμ' τι, παππού; κορίτσι ήσουνα;"


"Πες πως ήμουνα κορίτσι, ψυχή μου", είπεν ο παππούς με το θλιβερόν του μειδίαμα, "αφού κ' εγώ το θαρρούσα πως ήμουνα, κι ο κόσμος το επίστευεν."


Αι λέξεις μοι ενεποίησαν παράξενον εντύπωσιν. Ο παππούς εκράτει εις τας χείρας του γυναικείον εργόχειρον. και μ' όλον το λεβέντικόν του ανάστημα - το επιμελώς εξουρισμένον πρόσωπον, ο φιλαρέσκως επί των οριών του άνω χείλους ψαλιδισμένος μύσταξ, η όλη της μορφής του έκφρασις μοι εφάνη την στιγμήν εκείνην ενέχουσα πολύ το θηλυπρεπές και γυναικείον.


"Ναι, ναι, ψυχή μου", είπεν ο παππούς αναστενάξας και γενόμενος αίφνης σύννους. "Εσείς ζήτε σε χρυσούς καιρούς τώρα, σε χρυσούς καιρούς! Ταξειδεύτε σ' ό,τι ώρα θέλετε, σ' όποια χώρα θέλετε. Και το κάτω κάτω, ψυχή μου, ξέρετε τι είστε. Εμείς εζούσαμεν σε βίσεκτους καιρούς, δυστυχισμένους χρόνους! Οι μάναις μας εγονάτιζαν μπρος σταις εικόναις, ψυχή μου, και έκλαιαν στην Παναγία ή να τους δώση κορίτσι, ή να σκοτώση το παιδί, που είχανε στα σπλάγχνα τους, διά να μη γεννηθή αγόρι."


"Γιατί, παππού;"


"Γιατί κάθε λίγο και πολύ", είπεν ο παππούς ολονέν σκυθρωπότερος, "έβγαινε, ψυχή μου, το Γιανιτσαριό - κάτι μεγάλοι και φοβεροί Τουρκαλάδες, με τ' αψηλά τα 'καβούκια', με τα κόκκινα καβάδια, κ' εγύριζαν αρματομένοι στα χωριά, με τον 'ιμάμην' εμπρός με τον 'τσελάτη' καταπόδι, κ' εμάζωναν τα ευμορφότερα χριστιανόπαιδα, ψυχή μου, και τα τούρκευαν."


"Γιατί, παππού;"


"Για να τα κάμουν Γιανιτσάρους", είπεν ο γέρων αγανακτών. "Για να τα κάμουν σαν το εαυτό τους. να έρχωνται πίσω στην χώρα, σαν μεγαλώσουν και ξεχάσουν που είναι Ρωμηόπουλα, να σφάζουν τους ίδιους των γονείς, που τα γέννησαν, και ν' ατιμάζουν ταις ίδιαις των αδελφαίς, που βύζαξαν από ένα γάλα!

Ανάθεμα την ώρα

την πρώτην Απριλιά,


που βγήκε το Ιζάμι


και μάζωξε παιδιά!"



Εστέναξεν απαγγείλας ο παππούς και απέμαξε τα δάκρυά του.


"Γι' αυτό", εξακολούθησε έπειτα, "όταν εγεννήθηκα εγώ, ψυχή μου, και μ' εβάφτισαν, με έβγαλαν 'Γεωργιά'. που θαπη, μου έδωκαν θηλυκόν όνομα, καθώς έβγαζαν τότε Κωνσταντινιά και Θανασία και Δημήτρω - όλα αρσενικά παιδιά, ψυχή μου, με θηλυκόν όνομα- Και μαζί με το όνομα, μ' εφόρεσαν και κοριτσίστικα ρούχα.


Όσα χρονάκια πέρασαν, ψυχή μου, τόσαις φοραίς από την θύραν του σπιτιού μας δεν εβγήκα, σαν καψοκόριτσο που θάρρευα να είμαι. Σαν έγεινα καμμιά δεκαριά χρονώ, με πιάνει μιαν ημέρα - Θεός σχωρέσ' τονα- ο κύρης μου, με καθίζει στο σκαμνί, με κόφτει ταις μεγάλαις μου πλεξούδαις, μου βγάζει τα φουστανέλια και:


'Διες εδώ', με λέγει, 'Γεωργιά, από σήμερα και να πάγη είσαι 'Γεώργης', είσαι αγόρι. από αύριο και να πάγη είσαι άνδρας, ο άνδρας της Χρουσής, που παίζετε κάθε μέρα ταις κούκλαις και τα πεντόβολα.'


Αυτό ήταν όλο κι όλο, που με είπε, και μ' εφόρεσε τ' αγορίστικα ρούχα.


Την άλλη μέρα, ψυχή μου, ήλθαν τα βιολιά και τα λαγούτα, και μ' επήραν στην εκκλησιά, και μ' εστεφάνωσαν με την γιαγιά σου."


"Πώς, παππού; Έτσι μικρός που ήσουνα;"


"Ναι, ψυχή μου", είπεν ο παππούς συναπορών και αυτός. "Ακόμα δεν έμαθα πώς να δένω το καινούριο μου καβάδι, και μ' έδωσαν και γυναίκα για να κυβερνήσω! Μα", είπεν είτα συνωφρυωμένος, "έπρεπε να γένη. Περισσότερον καιρό δεν μπορούσαν να με κρύψουν. και το φερμάνι έλεγε, πως μόνον τους ανύπανδρους να παίρνουν οι Γιανίτσαροι. Μ' επάνδρεψαν λοιπόν 'εν πομπή και παρατάξει', και έτσι, ψυχή μου, αντί να με πάρη κανένας Γιανίτσαρος - μ' επήρεν η γιαγιά σου."


"Και που θα πη λοιπόν, παππού, εσύ δεν έκαμες μητ' ένα ταξείδι στην ζωήν σου! Μήτε, πριν πανδρευθής, δεν εταξείδευσες;"


Ο παππούς επί τινάς στιγμάς εφάνη αμηχανών, πώς πρέπει ν' απαντήση. Έπειτα χαμηλώσας αιδημόνως το βλέμμα:


"Τι να σε πω, ψυχή μου", είπε. "Πριν πανδρευθώ έκαμα ένα ταξείδι, μα -τι τα θέλεις- έμεινε κι αυτό στην μέση. Έμειν' ατελείωτο..."


"Πώς, παππού; Πότε;"


Ο γέρων παρήτησε το εργόχειρόν του χαμαί, και τείνας το βλέμμα προς τον ορίζοντα, εφαίνετο ενασχολών σιγηλά τους οφθαλμούς του με την θέαν της προ ημών εκτεινομένης χωριογραφίας.


Ο ουρανός ήτον ανέφελος. ο ήλιος χαμηλά εις τον ορίζοντα. Και το υψηλόν της θέσεως, εφ' ης ευρισκόμεθα, παρείχεν εις τον θεατήν λίαν αχανές και όμως λίαν ευπερίληπτον πανόραμα.


Περί τα κράσπεδα της ακροπόλεως, αμέσως υπό τα βλέμματά μας, έκειντο κατά συγκεχυμένας ομάδας αι οικίαι της πολίχνης, εν ταις αυλαίς των οποίων έβλεπε τις άνδρας, γυναίκας, παιδία, ενασχολουμένους να εισαγάγωσι τα φθινοπωρινά αυτών προϊόντα εις τας αποθήκας. Αμέσως περί την πόλιν εφαίνοντο οι λαχανόκηποι με τα γηραλέα, τα φυλλοροούντα δένδρα περί τους λελυμένους φραγμούς των. και τους τελευταίους τρυγητάς, φορτώνοντας τα όψιμα λαχανικά επί των αμαξών των. αυτού πλησίον εκάπνιζον καιόμενα τα άχρηστα απομεινάρια των ερήμων πλέον αλωνίων. Παρέκει ήρχοντο εκτεινόμενοι ημικυκλικώς εις μεγίστην ακτίνα οι καρποφορώτατοι της χώρας αγροί, εν οις όμως δεν εσείοντο πλέον βαρείς των δημητριακών οι στάχυς, ως επιφάνεια ξανθής κυμαινομένης θαλάσσας, αλλ' έβοσκον ελευθέρως, δαπανώντα και την τελευταίαν χλωράν βοτάνην τα βραδέως προς την πόλιν επιστρέφοντα ποίμνια και αι αγέλαι. Εις το απώτατον του ορίζοντος βάθος έκλειον, ως υψηλόν περιθώριον, την αχανή ταύτην εικόνα οι αμπελώνες του τόπου, έρημοι και ούτοι μετά τον τρυγητόν κ' εγκαταλελειμμένοι. Η λαμπρά ποικιλία των τελευταίων φθινοπωρινών χρωμάτων, οι κατά συχνά διαστήματα διαυλακούντες την χώραν ποταμίσκοι, τα παρά τας όχθας αυτών γραφικώς εγειρόμενα συμπλέγματα δένδρων και οικοδομών, οι κατά τόπους ως μέγιστα κωνοειδή χώματα υψούμενοι των Οδρυσών τύμβοι όχι μόνον διέκοπτον την συνήθη των επιπέδων χωριογραφιών μονοτονίαν, αλλά και παρείχον εις την απέραντον εκείνην εικόνα έκτακτον, θαυμασίαν ενότητα και ποικιλίαν.


Και όμως προ του τεπνοτάτου τούτου θεάματος - το ενθυμούμαι ακόμη- μυστική τις ανησυχία, θλιβερόν τι προαίσθημα συνείχε την καρδιάν μου. Ενόμιζες, ότι η ζωή, η άλλοτε τόσον σφριγωδώς επί της χώρας ταύτης επανθήσασα, υπεχώρει τώρα βραδέως, αλλά σταθερώς προς τους ενδοτάτους μυχούς της φύσεως. η δ' επί της όψεως αυτής εναπομένουσα λαμπρότης δεν ήτον ει μη το τελευταίον, το ύστατον μειδίαμα επί των χειλέων του θανατιώντος.


Ο παππούς, αφ' ου εφ' ικανήν ώραν ενησχολήθη με το θέαμα τούτο σιωπηλός και αφηρημένος, εστήριξε το βλέμμα επί ενός των απωτέρων κωνοειδών χωμάτων εις το βάθος του ορίζοντος και δείξας διά του δακτύλου:


"Την βλέπεις, ψυχή μου", είπεν "εκείνην την 'τούμβα';"


"Ποιαν, παππού;"


"Να, εκείνην την αψηλότερη από όλαις ταις άλλαις, που φαίνεται εκεί που τελειώνει της γης το πρόσωπο."


"Την βλέπω. εγγίζει τον ουρανό με την κορφή της, παππού."


"''Aι χακ'!" είπεν ο παππούς, ευχαριστημένος εκ της απαντήσεως. "Ο ουρανός ακουμβά πάνου της. Δεν ακουμβά;"


"Ναι, παππού! Η γης τελειώνει αυτού πέρα και αρχίζει ο ουρανός."


"'Aι χακ!" Ανεφώνησεν ο γέρων έτι μάλλον ευχαριστημένος. Είτα προσηλώσας επ' εμού υπερήφανον βλέμμα - "Ως εκεί πέρα", είπε, "μ' εβάσταξε να ταξειδέψω!"


Και επρόφερε τας λέξεις με ύφος τόσον εναβρυντικόν, ώστε δεν ηννόησα ευθύς εάν του παππού του εβάσταξε να ταξειδεύση μέχρι του ουρανού, ή μέχρι της 'τούμβας', εφ' ης εφαίνετο ο ουρανός στηριζόμενος.


Ο παππούς εξηκολούθησεν.


"Η 'τούμβα' φαίνεται από το παράθυρό μας. από μικρό παιδί την έβλεπα και το είχα ένα 'μεράκι' - μια μεγάλη επιθυμία- να ήτανε βολετό να πήγαινα εκεί κάτω, ν' αναίβω στην κορφή της 'τούμβας', να μβω εις τα ουράνια. Μα έλα που ήμουν κορίτσι! Πώς να βγω μέσα στους δρόμους;


Σαν μ' έκοψεν ο κύρης μου τα μαλλιά και μ' έβαλε καβάδι, και μ' έκαμεν, έτσι διά μιας αγόρι -εκείνοι εψαλίδιζαν χαρτιά και έπλεκαν του γάμου τα στεφάνια, εγώ, μια κλωθογυρνώ την άκρην άκρη, και βγαίνω στην αυλή. Το ταξείδι είχα στο νου μου, και μόνο το ταξείδι."


Μετά τινά σιωπήν, καθ' ην ο παππούς εφαίνετο συγκεντρών τας αναμνήσεις του:


"Έξω από τ' ορνιθαριό", είπεν, "ήτον ένα ξύλο στημένο, με κάτι ξυλάκια σταυρωτά πάνω σ' αυτό καρφωμένα, για να πατούν οι όρνιθες ν' αναιβαίνουν σταις φωλιαίς των. Το είχα από μιας αρχής στο μάτι. Θα τ' ακουμβήσω στο γυαλί του ουρανού, έλεγα με το νου μου, σαν σκάλα, θ' αναίβω, θα τρυπήσω μια τρύπα - θαμβώ μέσα. Έτσι, ψυχή μου, σου παίρνω το ξύλο στον ώμο, και, σαν με διουν, ας με γράψουν!


Βγαίνω από την αυλή, στρίβω δεξιά και -δρόμο! Ο κόσμος που μ' έβλεπε, πού να με γνωρίση πως ήμουν η Γεωργιά η θυγατέρα του Σύρμα! Ήταν σαν να ήρθα πρώτη φορά στον κόσμο.


Ως και η Χρουσή, η γιαγιά σου, που με είδεν έτσι με το καβάδι, μ' έβαλε μπροστά με ταις πέτραις. Όχι τάχα πως μ' εγνώρισεν. μα έτσι τα κατάτρεχεν από μιας αρχής τ' αγόρια. Εγώ -δρόμο. Από τέτοιο ταξείδι, ποιος μπορεί να μ' εμποδίση; Βγαίνω στους κήπους. μβαίνω στα χωράφια. περνώ τον ποταμό. τα μάτια καρφωμένα στην 'τούμβα', και -δρόμο. Πάγω ένα μίλι, πάγω δύο. Μα -τι θαρρείς, ψυχή μου; Η 'τούμβα', όσο προχωρώ, τραβιέται μακρότερα! Ο ουρανός, όσο κοντεύω, σηκώνετ' αψηλότερα! Α! αυτό, ψυχή μου, μ' έκοψε τα γόνατα! Κουρασμένος ήμουν από πολύ προτήτερα, μα δεν μ' αποφάνηκε, παρά σαν είδα πως η άκρα του ουρανού επήγαινεν όλον εν μακρύτερ' από την 'τούμβαν', που ελογάριαζα να εύρω. Τότε μου εκόπηκε το 'χαβέσι', και έννοιωσα, πως είμαι κουρασμένος, πως πεινώ, πως το ξύλο που σηκόνω βαραίνει σαν μολύβι, πως άρχησε να βραδυάζη και -τι τα θέλεις, ψυχή μου;- τότες εγύρισα πίσω κι αφήκα το ταξείδι ατελείωτο!


Γιατί, διες", επρόσθεσεν είτ' αμέσως ο γέρων, "εσυλλογίσθηκα κοντά στ' άλλα και τον κύρη μου. Αυτός - Θεός σχωρέσ' τονε- δεν έμοιαζε την γιαγιά σου, την Χατζίδενα."


"Πώς, παππού;"


"Χμ!" είπεν εκείνος, εκφραστικώς μειδιάσας. "Η γιαγιά σου, ψυχή μου, μπουμπουνίζει, μα δεν βρέχει. Ο κύρης μου έβρεχε, μα δεν εμπουμπούνιζε! Γι' αυτό, ψυχή μου, εγύρισα πίσω. - Ήταν 'το μόνο ταξείδι της ζωής μου', επρόσθεσεν είτα σύννους ο γέρων, μα - έμειν' ατελείωτο."


"Και τα πράγματα, που είδες παππού, και ξεύρης;" ηρώτησα εγώ τότε εν μεγίστη απορία. - "Στην χώρα που ψήν' ο ήλιος το ψωμί εκεί κοντά που ζουν οι Σκυλοκέφαλοι, πότε επήγες, παππού;"


"Ω!" είπεν εκείνος τότε. "Αυτού, ψυχή μου, δεν επήγα. με τ' αφηγήθηκε η γιαγιά μου, όταν μ' εμάθαινε να πλέκω."


"Και στης θάλασσας τον αφαλό, παππού, που βγαίνει η Φώκια και πιάνει τα καράβια, και τα ρωτά για τον Αλέξανδρο τον βασιλέα; Κ' εκεί δεν επήγες;"


"Όχι, ψυχή μου! Κι αυτό με τ' αφηγήθηκ' η γιαγιά μου."


"Και στο σπήλαιο, παππού, που είν' η Μάγισσα, που μαρμαρώνει τους ανθρώπους, κ' εκεί δεν επήγες;"


"Όχι, ψυχή μου! Η γιαγιά μου, με τ' αφηγήθηκε, η γιαγιά μου."


Απερίγραπτος είναι η αύξουσα έντασις της απογοητεύσεώς μου ανά πάσα αυτού απόκρισιν. Όλη λοιπόν η μεγάλη εκείνη ιδέα μου περί των ταξειδίων του παππού, όλη μου η προς αυτόν υπόληψις κ' εμπιστοσύνη διά την κοσμογνωσίαν και πολυπειρίαν του περιωρίζετο έξαφνα εις τας διηγήσεις, δηλαδή τα παραμύθια, τα οποία ήκουσεν από την μάμμην του, καθ' όν χρόνον είχε την αφέλειαν να πιστεύη ο πτωχός και το ότι ήτο θηλυκού και ουχί αρσενικού γένους! Απελπισία και αγανάκτησις κατείχε την καρδίαν μου.


"Και ταις βασιλοπούλαις, παππού, και αυταίς λοιπόν δεν ταις είδες με τα μάτια σου; και δεν έφαγες και δεν εκουβέντιασες μαζί των;"


"Ποιαις βασιλοπούλαις, ψυχή μου;"


"Να! Αυταίς που ερωτεύονται με τα ραφτόπουλα, και αρρωστούν από την αγάπη, και στέλνουν τον πατέρα τους, τον βασιλέα με την κορώνα, να πάγη να παρακαλέση τον γαμβρόν; Δεν θυμάσαι, που με τώλεγες; Δεν θυμάσαι την Χρυσόμαλλη Νεράιδα και τα λευκονδυμένα νεραϊδόπουλα, που τραγουδούν, παππού, και γελούν και χορατεύουν, και ράφτουν τα νυφιάτικα, χωρίς ραφή και ράμμα;"


"Αχ! ψυχή μου!" είπεν ο γέρων τότε λυπημένος. "Αυτό το άκουσα από τη γιαγιά μου, όταν μ' εμάθαινε να κεντώ και να ράφτω! Μα θαρρώ, ψυχή μου, πως μήτ' εκείνη δεν το είδε με τα μάτια της!"


Τούτο διέλυσε και την ελαχίστην μου πλάνην!... Εις το χαρέμιον της Βαλιδέ-Σουλτάνας, όπισθεν του στρογγύλου ερμαρίου εν τω τοίχω, δεν μ' επερίμενε λοιπόν η βασιλοπούλα! Και δεν ήτον αυτή που μ' έδιδε τα μοσχομυρισμένα εκείνα γλυκίσματα, αλλά τις οίδε τι πιναρός, ρικνοπρόσωπος, πλατύστομος γερο-Αράπης! Είχον δίκαιον οι συμμαθηταί μου!


Αλλά λοιπόν αι κακουχίαι και τα βάσανα, όσα υπέστην, και όσα έμελλον να υποστώ, με την γλυκείαν ελπίδα, να επιστρέψω ποτέ εις το χωρίον με μίαν βασιλοπούλαν εις το πλευρόν μου, επήγαινεν εις τα χαμένα; επήγαν διά τίποτε; Καλά, παππού! Αν με διής και συ ποτέ να ξαναπιάσω βελόνι, πες πως είμαι θηλυκός και δεν το ξεύρω!


Και τον ενδιάθετον τούτον λόγον ητοιμαζόμην να προφέρω, ελέγχων συγχρόνως τον παππούν, διότι έγεινεν αιτία να υπάγω εις την Πόλιν να κακουχηθώ επί ματαίω. Αλλ' ότε, υψώσας τους οφθαλμούς, είδον τον παππού με το ονειροπολούν αυτού βλέμμα διαρκώς προσηλωμένον μακράν επί της κορυφής του κωνοειδούς εκείνου χώματος, από του οποίου ήλπισέ ποτε να εισέλθη εις τα ουράνια, δεν ηξεύρω ποία μυστηριώδης δύναμις εδέσμευσε την φωνήν επί της γλώσσης μου.


Ο ήλιος είχε κατέλθει πολύ χαμηλότερα προς την δύσιν. Πάσα ύπαρξις, πάσα εκδήλωσις ζωής απεσύρετο σιγαλά και βραδέως προς τα ενδοτέρω της πόλεως.


Η έκφρασις της χωριογραφίας μοι εφάνη τώρα μελαγχολικοτέρα, θλιβερωτέρα. Η καρδία μου εταράχθη εκ νέου. Μεταξύ της φυσιογνωμίας της σκηνής και της εκφράσεως του ωχρού και μαραμένου του παππού προσώπου, όπως εφωτίζετο υπό των τελευταίων του ηλίου ακτίνων, υπήρχε τόση ομοιότης, τόση στενή συγγένεια!...


Ο καϋμένος ο παππούς! Εσκέφθην προς εμαυτόν, επάλευε κ' ενίκησεν τον άγγελον χωρίς της βοηθείας μου, αλλά εξαντλήθη και αδυνάτησε τόσο πολύ, που, αν ξανακυλήση έτσι καθώς είναι κανείς δεν τον γλυτώνει.


"'Aρχισε να κάμνη κρύο, ψυχή μου", είπεν ο γέρων έξαφνα. "Έλα να πάμε."


Τω έτεινα σιωπηλώς την χείρα και υποστηρίζων αυτόν όσον ηδυνάμην, τον συνώδευσα εις την οικίαν του.


Την νύκτα εκείνην τω όντι πολύ ψύχος. Τη δε πρωία της επιούσης παχεία πάχνη έκειτο λευκάζουσα επί των μεμαραμένων φύλλων των καλυπτόντων το έδαφος του κήπου μας. Μόλις αφυπνίσθην και έδραμον εις την οικίαν του αγαπητού μου παππού. Αλλ' οποία διαφορά από της χθες μέχρι σήμερον! Πλήθος συγγενών και οικείων συνωστίζοντο σοβαροί και άφωνοι εις την αυλήν, εις το κατώγειον εις την 'σάλαν' της γιαγιάς, εν τω μέσω της οποίας έκειτο μακρύς ο παππούς - Εφαίνετο πως δεν εξύπνησεν ακόμη.


Βαθεία ειρήνη εβασίλευεν επί της μορφής του. Μία υπερκόσμιος αίγλη, εν είδει μειδιάματος βαθμηδόν αποσβεννυμένου έπαιζε με τα χαρακτηριστικά του προσώπου του.


Η γιαγιά με τας χείρας θηλυκωμένας περί τα γόνατά της, με το απελπισμένον της βλέμμα απλανές, επί της όψεως του παππού, εκάθητο ωχρά, βωβή, ακίνητος ως απολιθωμένη παρά τον πλευρόν του. Η ταλαίπωρος! Τι δεν θα έδιδεν όπως τον εμποδίση από τούτο το ταξείδιον! Διότι το μειδίαμα του παππού ήτον η λάμψις, ην έσυρεν οπίσω της η προς ουρανόν αποδημούσα ψυχή του.


Διότι ο καϋμένος ο παππούς συνεπλήρωνε αληθώς τώρα 'το μόνον της ζωής του ταξείδιον'!


απόσπασμα απο "το μόνον της ζωής μου ταξείδιον"

2 σχόλια:

  1. εξαιρετική η ιδέα, όσο και αν προκαλεί τόση συγκίνηση αυτό το απόσπασμα. Να είσαι καλά

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. εργη, στη ζωή μας πρέπει να αναζητούμε τις συγκινήσεις. διαφορετικά θα πεθάνουμε από έκπληξη πρωτον και θα αργοπεθαίνουμε όπως λέει και σε ένα εξαιρετικό του ποίημα ο Νερουντα. θα το επαναναρτήσω να το δεις...νασαι κι εσυ καλά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή