Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2010

μύθοι.....

Από " ΤΟ ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ ΤΟΥ ΝΤΟΡΙΑΝ ΓΚΡΕΙ"

.....Η παράσταση ήταν αποτυχημένη, το κοινό εγκατέλειπε την αίθουσα δείχνοντας τη δυσαρέσκειά του. Μόλις τελείωσε, ο Ντ. Γκρέι έτρεξε πίσω από την σκηνή, στα καμαρίνια. Το κορίτσι, η Βέϊν, στεκόταν εκεί μόνο, με μια έκφραση θριάμβου στο πρόσωπο. Τα μάτια της έκαιγαν με τρομερή φωτιά. Αχτινοβολούσε. Τα χωρισμένα χείλη της χαμογελούσαν για κάποιο δικό τους μυστικό.
Μόλις μπήκε τον κοίταξε και μιά έκφραση απεριόριστης χαράς καθρεφτίστηκε πάνω της. -Πόσο ασχημα έπαιξα απόψε, Ντόριαν! φώναξε.
-Φοβερά! απάντησε εκείνος κοιτάζοντάς την έκπληκτος, Φοβερά! Ήταν απαίσιο. Είσαι άρρωστη? Δεν έχεις ιδέα τι ήταν. Δεν έχεις ιδέα τι υπέφερα.
Το κορίτσι χαμογέλασε. -Ντόριαν, απάντησε τραγουδώντας τ'όνομά του με μια βαθιά γλυκιά φωνή, σν να'ταν γλυκύτερο από μέλι στα κόκκινα πέταλα των χειλιών της, -Ντόριαν, θα'πρεπε να'χεις καταλάβει. Αλλά τώρα καταλαβαίνεις, δεν είν' έτσι ?
-Τι να καταλάβω, ρώτησε θυμωμένος.
-Γιατί ήμουν τόσο άσχημη απόψε. Γιατί πάντα θα είμαι έτσι. Γιατί ποτέ μου δεν θα ξαναπαίξω όμορφα.
Ανασήκωσε τους ώμους του. -Είσαι άρρωστη υποθέτω. Όταν είσαι άρρωστη δεν πρέπει να παίζεις. Γελοιοποιείσαι. Οι φίλοι μου βαρέθηκαν. Εγώ ο ίδιος βαρέθηκα.
Έμοιαζε να μην τον ακούει. Ήταν μεταμορφωμένη από χαρά.
-Ντόριαν,Ντόριαν, φώναξε, πρίν σε γνωρίσω το θέατρο ήταν η μόνη πραγματικότητα της ζωής μου. Μόνο στο θέατρο ζούσα. Πίστευα πως όλα ήταν αληθινά. Ήμουν η Ρόζαλιντ μια νύχτα, η Πόρσια μιαν άλλη. Η χαρά της Βεατρίκης ήταν χαρά μου και οι λύπες της Κορδελίας δικές μου επίσης! Τα ζωγραφιστά σκηνικά ήταν ο κόσμος μου. Δεν ήξερα τίποτα παρά σκιές.
Ήρθες, ω υπέροχη αγάπη μου, κι ελευθέρωσες την ψυχή μου από την φυλακή. Μ'εμαθες τι είναι η πραγματικότητα. Απόψε για πρώτη φορά στην ζωή μου, είδα μέσα στην ψευτιά και την υποκρισία, την ηλιθιότητα και την κενότητα του έργου που έπεζα πάντα. Απόψε για πρώτη μου φορά συνειδητοποίησα πως ο Ρωμαίος ήταν απαίσιος και γέρος και μπογιατισμένος, πως το φεγγαρόφως στο μπαλκόνι ήταν ψεύτικο, πως το σκηνικό ήταν χυδαίο και πως οι λέξεις που είχα να πω ηταν αναληθείς, δεν ήταν οι λέξεις μου, δεν ήταν αυτό που ήθελα να πώ.
Με έφερες σε κάτι υψηλότερο. Κάτι του οποίου η τέχνη όλη δεν είναι παρά η αντανάκλαση. Αγάπη μου ! αγάπη μου! Ωραίε πρίγκηπα, Πρίγκηπα της ζωής! Βαρέθηκα τις σκιές. Τι μπορούν να ξέρουν αυτοί για μιαν αγάπη σαν την δική μας? Πάρε με Ντόριαν, Πάρε με μακρυά μαζί σου. Συχαίνομαι την σκηνή! Μπορώ να μιμηθώ κάποιο πάθος που δεν νοιώθω, μα δεν μπορώ να μιμηθώ ότι με καίει σαν φωτιά!

Ο Ντόριαν αφέθηκε να πέσει σ'έναν καναπέ και γύρισε το πρόσωπό του μακρυά.
-Σκότωσες την αγάπη μου, της ψιθύρισε.
Τον κοίταξε με απορία και γέλασε. Τον πλησίασε και με τα δάκτυλα του χάϊδεψε το κεφάλι. Γονάτισε και πίεσε τα χέρια του στα χείλη της. Αποτραβήχτηκε και μια ανατριχίλα τον διαπέρασε. Ύστερα σηκώθηκε και πήγε στην πόρτα. -Ναι, φώναξε, Σκότωσες την αγάπη μου. Ξεσήκωνες την φαντασία μου. Τώρα δεν παρακινείς ούτε την περιέργειά μου! Απλά δεν προκαλείς τίποτα. Σε αγάπησα γιατί ήσουν υπέροχη, γιατί είχες ταλέντο και πνεύμα, γιατί πραγματοποιούσες όνειρα μεγάλων ποιητών και έδινες σχήμα και υπόσταση στις σκιές της τέχνης. Τα πέταξες όλα μακρυά. Είσαι ρηχή και ηλίθια. Θεέ μου, πόσο τρελός ήμουν να σε αγαπήσω! Τι Ηλίθιος!
Δεν είσαι τίποτα τώρα για μένα. Ποτέ δεν θα σε ξαναδώ, ποτέ δεν θα σε ξανασκεφτώ, ποτέ δεν θα αναφέρω το όνομά σου!! Πόσα λίγα πρέπει να ξέρεις από Αγάπη, όταν λες πως σου χαλάει την τέχνη! Χωρίς την τέχνη σου είσαι ένα Τίποτα, Μια θεατρίνα τρίτης ποιότητας με ένα όμορφο πρόσωπο!.............

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου