Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γιανναρας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γιανναρας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 2010

χαλεπον!

Tου Χρηστου Γιανναρα

Η στοιχειώδης λογική λέει: Δεν γίνεται να είμαστε και καταχρεωμένοι και ελεύθεροι. Να έχουμε δεσμεύσει τρεις ή τέσσερεις γενιές μετά από μας με κρατικά χρέη, και όμως να απολαμβάνουμε κρατική ανεξαρτησία, πολιτικές ελευθερίες, εδαφική ακεραιότητα. Δεν γίνεται, είναι εκ των πραγμάτων αδύνατο.

Οποιος χρωστάει λίγα, είναι δεσμευμένος. Οποιος χρωστάει πολλά, είναι υποτελής. Οι δανειστές του ή τα αφεντικά των δανειστών του, του κρατάνε το δελτίο τροφίμων. Δεν έχει περιθώριο να αρνηθεί τίποτα, δεν έχει μερτικό στην αξιοπρέπεια. Είτε άτομο είτε λαός. Η Χάννα Αρεντ έλεγε: Ο δούλος, είτε άτομο είτε λαός, έχει αποδείξει τη δουλική του φύση, αφού, χωρίς πια δικαίωμα αυτοκαθορισμού και αξιοπρέπειας, δεν αυτοκτονεί, ανέχεται να επιβιώνει.

Το σημερινό ελλαδικό κράτος ζει με δανεικά. Το έχει οδηγήσει σε αυτή τη δουλική μειονεξία μια συγκεκριμένη συντεχνιακή κάστα: οι επαγγελματίες της πολιτικής. Η εξωφρενική δανειοληψία ξεκίνησε με τον Ανδρέα Παπανδρέου, αποχαλινώθηκε με τον Κ. Μητσοτάκη, δικαιολογήθηκε με τη φιέστα των Ολυμπιακών Αγώνων και κατέληξε εφιαλτική απειλή με τον Κ. Καραμανλή τον βραχύ. Οι διαχειριστές της εξουσίας δανείζονταν αλόγιστα όχι για παραγωγικές επενδύσεις, όχι για έργα υποδομής, όχι για κοινωνικές ανάγκες. Δανείζονταν μόνο για να χρυσοπληρώνουν «ημετέρους», να εξαργυρώνουν ψήφους με άσκοπους διορισμούς στο δημόσιο, με ξέφρενη σπατάλη επιδείξεων κομματικής αλαζονείας.

Ζούμε με δανεικά. Η συντριπτική πλειονότητα του παραγωγικού δυναμικού της χώρας είναι παροπλισμένη, ηδονικά αδρανοποιημένη στην περίπου αεργία της δημοσιοϋπαλληλίας. Το ιδανικό, το όνειρο, η φιλοδοξία της νεολαίας είναι μια θέση, οποιαδήποτε, στο δημόσιο – «το κράτος να παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι» (Ροΐδης, 1875). Η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων (που εφευρέθηκε για να αποκλειστεί θεσμικά η αυθαιρεσία των κομματικών απολύσεων) αποδείχθηκε το ειδεχθέστερο κοινωνικό έγκλημα από την ίδρυση του ελλαδικού κράτους: Δημιούργησε ένα κράτος ραστώνης, ατομικού βολέματος, χυδαίας ιδιοτέλειας. Παρέδωσε τη διαχείριση της συλλογικότητας στους παραιτημένους από φιλοδοξίες. Οι δημιουργικοί Ελληνες ή μαραζώνουν ή φεύγουν.

Βασικός μοχλός για την αναρρίχηση στην εξουσία ή για τη διατήρηση της εξουσίας ήταν και είναι οι διορισμοί στο δημόσιο. Οι πολίτες δεσμεύουν την ψήφο τους στον οποιοδήποτε πολιτευόμενο, αρκεί να τους εξασφαλίσει τον διορισμό, τη διά βίου ραστώνη. Με την είσοδο της Ελλάδας στην Ε.Ε. φάνηκε προς στιγμήν ότι η κομματική αυθαιρεσία των διορισμών θα χαλιναγωγηθεί: Εγινε ο «νόμος Πεπονή», δημιουργήθηκε το ΑΣΕΠ. Αλλά η δυναμική της ιδιοτέλειας και η αξιοποίησή της από τα κόμματα αποδείχθηκαν ακαταμάχητες. Βρήκαν μεθόδους να παρακάμπτουν το ΑΣΕΠ (με προσλήψεις συμβασιούχων, εποχιακών «σταζιέρ», κριτήρια «μορίων» και χίλια δυο ακόμη στρατηγήματα), ο νόμος Πεπονή διατηρείται σαν γραφική διακόσμηση της κομματικής αθλιότητας.

Αλλά το μεγάλο, οργιαστικό φαγοπότι έγινε με τους πακτωλούς των χρημάτων που έρρευσαν, για πρώτη φορά στην ιστορία του ελλαδικού κράτους, προκειμένου να επιτευχθεί «σύγκλιση» της ελληνικής οικονομίας με τις οικονομίες των ευρωπαϊκών χωρών που μας δέχθηκαν ως εταίρους. Ονειρο και καημός των Ελλαδιτών, από ιδρύσεως κρατιδίου, ήταν να γίνουν «Ευρώπη», αλλά δεν είχαν τον πλούτο για να το πετύχουν, η χώρα ήταν ανεκκλήτως «ψωροκώσταινα». Και να, που απρόσμενα σαν σε παραμύθι, οι «Ευρωπαίγοι», που έλεγε κι ο Μακρυγιάννης, έρχονται να δώσουν τον πλούτο, για να στήσουμε κι εμείς κράτος ίδιο με τα δικά τους: Να αποκτήσει κάθε παραμικρή γωνιά της χώρας υπερσύγχρονα τρένα, άψογο οδικό δίκτυο, μοντέρνα λιμάνια, αεροδρόμια, ακτοπλοϊκές συγκοινωνίες που να ζωντανέψουν το αρχιπέλαγος, μετρό οι μεγαλουπόλεις, στρατηγική οργάνωση της αγροτικής παραγωγής, εργοστάσια αξιοποίησης των αγροτικών προϊόντων, χωροταξικό σχεδιασμό με σύγχρονο κτηματολόγιο, σχολειά, νοσοκομεία, ασφάλιση και κρατική πρόνοια ίδια με των Ευρωπαίων πολιτών.

Αυτή τη μοναδική και ανεπανάληπτη ευκαιρία την ξεπούλησαν τα κόμματα σε ένα ξέφρενο όργιο σπατάλης, για να εξαγοράσουν «νταβατζήδες» και τη ραδιοτηλεοπτική τους υποστήριξη, να μπουκώσουν με εφήμερες «επιδοτήσεις» την κοντόφθαλμη απληστία αγροτών, τον αναίσχυντο γκανγκστερισμό συνδικαλιστών, την κτηνώδη αδηφαγία προμηθευτών του δημοσίου. Η Ε.Ε. ζητούσε αποκέντρωση διοικητική και αποκρατικοποίηση της οικονομικής δραστηριότητας των υπουργείων, για ευελιξία και αποδοτικότερο έλεγχο διαχείρισης των προγραμμάτων στήριξης της οικονομίας. Και τα κόμματα διεύρυναν την κραιπάλη της καταλήστευσης σε επίπεδο νομαρχιών, δημαρχιών και ιδρύοντας χιλιάδες (κυριολεκτικά) εταιρείες όπου μεταβιβάστηκαν αρμοδιότητες υπουργείων σε προέδρους, διευθύνοντες συμβούλους, απλούς συμβούλους με αποδοχές Κροίσων.

Στη Μικρασία χάθηκαν οριστικά πανάρχαιες κοιτίδες του ελληνικού πολιτισμού, στα είκοσι οκτώ χρόνια από την είσοδο της Ελλάδας στην Ε.Ε. χάθηκε η μοναδική δυνατότητα να μεταμορφωθεί η «ψωροκώσταινα» σε κράτος με σοβαρότητα και αξιοπρέπεια. Το δεύτερο αυτό έγκλημα έχει ιστορικές συνέπειες, ίσως ανάλογες με το πρώτο. Αλλά «νέμεσις» δεν λειτουργεί, οι αυτουργοί εξακολουθούν να νέμονται τις προνομίες που τους εξασφάλισαν τα κλοπιμαία. Η ευρωπαϊκή γενναιοδωρία (ναι, είναι η σωστή λέξη), έχει εξαργυρωθεί σε μυθώδεις βίλες, νεοπλουτίστικα κότερα, θηριώδη τζιπ, οφ-σορ εταιρείες. Και μόλις άρχισαν να περιορίζονται οι δωροδοτικές εισροές από την Ε.Ε., στράφηκαν οι κυβερνήσεις στον αχαλίνωτο δανεισμό. Αν το εξωτερικό χρέος από δανεισμό είναι, όπως λένε, τριακόσια δισ. ευρώ και αν οι Ελλαδίτες είμαστε δέκα εκατομμύρια, τότε τον καθένα μας τον έχουν φορτώσει τα κόμματα με οφειλή τριάντα χιλιάδων ευρώ: ένα ετήσιο εισόδημα που λίγοι απολαμβάνουν. Χρωστάνε αυτό το ποσό και τα βρέφη και οι υπερήλικες, υγιείς και ανάπηροι, όλοι.

Ετσι ίσως εξηγείται γιατί προωθήθηκε μεθοδικά να γίνει πρωθυπουργός ο πολιτικός που, ως προπαγανδιστής του Σχεδίου Ανάν, είχε δώσει έμπρακτο δείγμα για το πώς αντιλαμβάνεται την ευθύνη διαχείρισης ελληνικών κοιτίδων πολιτισμού. Και γιατί τώρα ανέλαβε ο ίδιος το υπουργείο Εξωτερικών με αναπληρωτή τον συγκεκριμένο εκλεκτό του. Δεν γίνεται να χρωστάει η χώρα τριακόσια δισ. και όμως να απολαμβάνει ανεξαρτησία, πολιτικές ελευθερίες, εδαφική ακεραιότητα. Είναι εκ των πραγμάτων αδύνατο.

Ομως, το κυρίως σκάνδαλο είναι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί η κοινή (όλων μας) συνείδηση ποδηγετούμενη από τα κόμματα: Φρίττουμε όλοι και καταδικάζουμε μετά βδελυγμίας το ενδεχόμενο ένας «λοχίας» να μας στερήσει τις ελευθερίες μας, αλλά βρίσκουμε φυσικό να μας υποδουλώνουν σε δανειστές και στα αφεντικά των δανειστών οι κομματικοί μας φεουδάρχες. Κανείς μας δεν τολμάει να διερωτηθεί, σε τι διαφέρει η ασυδοσία του «λοχία», από την ασυδοσία των κομματανθρώπων, αφού και στις δύο περιπτώσεις ξεπουλιώνται η κρατική μας ανεξαρτησία, οι πολιτικές μας ελευθερίες, η εδαφική μας ακεραιότητα, η συλλογική μας αξιοπρέπεια.

Ο «λοχίας» ενδέχεται να παραπεμφθεί σε «ειδικό δικαστήριο», οι κομματάνθρωποι ποτέ.

“Καθημερινή”

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2010

"το αριστον εκείνο, Ελληνικος- ιδιοτητα δεν εχ΄' ή ανθρωπότης τιμιοτέραν, εις τους θεούς ευρίσκονται τα πέραν"

Εξουσία που «αποδομεί» την κοινωνία
Tου Χρηστου Γιανναρα

Το να είσαι Ιταλός, Γάλλος, Βρετανός, Ελληνας ή ό, τι ανάλογο δεν δηλώνει μόνο μια συμβατική, κρατική υπηκοότητα. Δηλώνει ότι «ανήκεις» σε μια συλλογικότητα με μεγαλύτερη ή μικρότερη ώς τώρα διαδρομή στην ανθρώπινη Ιστορία – ανήκεις σε μια γλώσσα, σε μια συνείδηση κοινού παρελθόντος, σε κοινή νοο-τροπία, κοινό θησαύρισμα πείρας που παραδίνεται από γενιά σε γενιά και διαμορφώνει συν-ήθειες, ένα κοινό ήθος, περίπου συλλογικό χαρακτήρα.

Οταν στη μητρική σου γλώσσα (τη γλώσσα που σε πρωτομπόλιασε στην κοινή «λογική»: σε σκέψη και κρίση) η συλλογικότητα σημαίνεται ως «κοινωνία» (δυναμική σχέσεων, συμ-μετοχή και αλληλεξάρτηση στην πραγμάτωση της ζωής), δεν είναι δυνατό να έχεις την ίδια οπτική και την ίδια εκδοχή της πραγματικότητας με συνάνθρωπό σου, καθ’ όλα σεβαστόν και αγαπημένο, που στη μητρική του γλώσσα η συλλογικότητα είναι μόνο «societas», δηλαδή «εταιρισμός επί κοινώ συμφέροντι». Αλλη νοο-τροπία και άλλα αντανακλαστικά σκέψης και πράξης διαμορφώνει το νοηματικό και βιωματικό φορτίο της λέξης «α-λήθεια» και άλλο της λέξης «veritas», διαφορετικό της λέξης «νόμος» και διαφορετικό της λέξης «lex» – το ίδιο και με αναρίθμητα ακόμη ζεύγη λέξεων: «λόγος» και «ratio», «πρόσωπο» και «persona», «δημοκρατία» και «res publica» κ. λπ., κ. λπ.

Διαφορετικόν ανθρωπολογικό τύπο διαμορφώνει μια συλλογικότητα με παρελθόν κατακτητικών κυρίως πολέμων, επιθετικών αναζητήσεων «ζωτικού χώρου», αποικιοκρατικών εθισμών, και διαφορετικόν μια άλλη που αιώνες πολλούς κυρίως αμυνόταν, επιβίωνε χάρη στην πανανθρώπινη εμβέλεια της πνευματικής της πραμάτειας. Διαφορετική νοο-τροπία και ήθος χαρακτηρίζει μια συλλογικότητα που η μεταφυσική της αναφορά ήταν πάντοτε ένας Θεός τιμωρός, αμείλικτος δικαστής και σαδιστής πατέρας, η «αμαρτία» παράβαση νόμου, ενοχή, εξαγοράσιμος κολασμός, και διαφορετική προκύπτει μια συλλογικότητα που ξέρει τον Θεό «νυμφίο», «εραστή μανικώτατον» του ανθρώπου και την αμαρτία «αστοχίαν», «απόπτωσιν από του στόχου», του στόχου πληρότητας της ζωής που είναι ο «όντως έρως».

Δεν ανήκουμε σε «εθνότητα», είναι ανεπαρκέστατη η λέξη. Ανήκουμε σε μια γλώσσα, σε μια κοινή ιστορική εμπειρία, σε μια παράδοση και συνέχεια πείρας, νοοτροπίας, μεταφυσικής ελπίδας. Αλλά αυτό το «ανήκειν», το «συνυπάρχειν» με κοινό, συνεκτικό της συλλογικότητας «τρόπο», βιώνεται και κατανοείται σε συνάρτηση πάντοτε με την καλλιέργεια του καθενός, το αισθητήριό του «ποιότητας» της ζωής.

Οι φτηνοί άνθρωποι του ό, τι φάμε ό, τι πιούμε και ό, τι τέλος πάντων ηδονικό αρπάξουμε, παρακάμπτουν το υπάρχειν (που είναι πάντοτε συνύπαρξη) και λογαριάζουν για ζωή το «έχειν»: Να κατέχουν, να εξουσιάζουν, να τα έχουν όλα υποταγμένα στις απαιτήσεις του εγώ. Καταλαβαίνουν τη συλλογικότητα μόνο σαν «κράτος» και το «ανήκειν» μόνο σαν συμβατική «υπηκοότητα». Λογαριάζουν το κράτος σαν εξουσιαστικό μηχανισμό διαχείρισης των κοινών και τους ενδιαφέρει μόνο για όσα χρηστικά τους παρέχει.





Πολύ συχνά, φτηνοί άνθρωποι ορέγονται τη διαχείριση του κράτους, την εξουσία της διαχείρισης. Οχι για να υπηρετήσουν τον δημιουργικό δυναμισμό της κοινωνικής συνοχής, τη γλώσσα, την ιστορική συνείδηση, τη θησαυρισμένη παράδοση, τη μεταφυσική ελπίδα – είναι ευτελείς άνθρωποι, δεν καταλαβαίνουν τίποτε από αυτά. Διψάνε εξουσία από ιδιοτέλεια και μόνο: Να προβληθεί το εγώ τους, να εξαρτώνται όλοι οι άλλοι από αυτούς, να βρίσκονται συνεχώς στη δημοσιότητα, να εισπράττουν κολακείες και χειροκροτήματα. ΄Η για σκοπιμότητες χυδαίου ηδονισμού: Να μπορούν να κλέβουν το δημόσιο ταμείο, να διαπλέκονται με μεγιστάνες του πλούτου και να δωροδοκούνται, να ζουν με πολυτέλεια ονειρώδη για τις ικανότητές τους και την καταγωγική τους ανέχεια.

Αφού λογαριάζουν τη συλλογικότητα μόνο σαν χρηστικό δεδομένο, ωφελιμιστική πραγματικότητα, τι πιο φυσικό να είναι απάτριδες, διεθνιστές, συνεπέστατοι «αποδομιστές» κάθε μη χρηστικής εκδοχής των θεμελίων της συνύπαρξης – της γλώσσας, της παιδείας, της Ιστορίας, της Τέχνης, της πολιτικής, της μεταφυσικής. Και για να προσδώσουν εγκυρότητα στον πρωτογονισμό του ατομοκεντρισμού, καταφεύγουν στην πιο αναχρονιστική και άκριτη ανάγνωση του Μαρξισμού: Βλέπουν τη συλλογικότητα να συγκροτείται μόνο στη «βάση» των παραγωγικών και ανταλλακτικών σχέσεων, επομένως ο πολιτισμός, οι διαφορές των πολιτισμών, η ποικιλία των παραδόσεων, δεν είναι παρά «εποικοδόμημα» σε αυτή την πρωτεύουσα βάση. Πώς λοιπόν να μην είναι πανέτοιμοι, παίρνοντας την εξουσία, να καταστρέψουν τη γλώσσα, να στρεβλώνουν και κατασυκοφαντήσουν την ιστορία του τόπου τους, να διασύρουν την αξιοπρέπεια του λαού τους, να χλευάσουν τη λαϊκή παράδοση και ευσέβεια, να πρακτορεύσουν (με το αζημίωτο) ξένα συμφέροντα;

Η καταφυγή της μηδενιστικής πολιτικής πρακτικής σε μαρξιστικά ψιμύθια, προκειμένου να εξωραϊστεί ο πρωτογονισμός της ακοινώνητης εγωκεντρικής ύπαρξης, δεν περιορίζει το σύμπτωμα σε μόνη την παράταξη της δήθεν Αριστεράς. Στην Ελλάδα τουλάχιστον, η διαχείριση της Παιδείας ανατίθεται (από κάθε κυβέρνηση οποιουδήποτε κόμματος και πρωθυπουργού) σε άτομα του ανθρωπολογικού τύπου των «αποδομιστών». Και αν υπάρξουν διαμαρτυρίες για την προκλητική αυθαιρεσία και αναίδεια αυτών των ατόμων, ξεσηκώνεται αμέσως μια θαυμαστά συντονισμένη συγχορδία υπερασπιστών της «αποδόμησης», συγχορδία από πριμαντόνες της δημοσιότητας που καλύπτουν όλο το «πολιτικό» φάσμα: από τη νεοφιλελεύθερη Δεξιά ώς την πιο φανταιζίστικη τάχα και Αριστερά.



Οταν έγραφε ο Καβάφης: «... το άριστον εκείνο, Ελληνικός – ιδιότητα δεν έχ’ η ανθρωπότης τιμιοτέραν· εις τους θεούς ευρίσκονται τα πέραν», απηχούσε μιαν επίγνωση της ελληνικότητας αυτονόητη στις μέρες του για μεγάλες πληθυσμικές ομάδες (όχι μόνο ελληνόφωνες). Από μια τέτοια επίγνωση (συνάρτηση καλλιέργειας) στερούν τον Ελληνισμό (τον ελλαδικό και της διασποράς) οι θλιβερές συμπλεγματικές φιγούρες που προσλαμβάνονται στο υπουργείο Παιδείας (με κάθε κυβέρνηση) για να οργανώσουν την κοινωνική άμυνα απέναντι στην απειλή του «εθνικισμού».

Οι πολλοί απλοί άνθρωποι που επενδύουν συναισθηματικά σε ιδεολογικές γενικότητες περί ενδόξων προγόνων και πρωτοπορίας άλλοτε στον πολιτισμό, δεν μπορούν πια να έχουν την επίγνωση της καβαφικής ελληνικότητας. Νιώθουν, όμως, να βιάζεται ο ψυχισμός τους από την πολιτική μεθοδικού αφελληνισμού της ελληνόφωνης (ακόμα) κοινωνίας. Και η μόνη λογική εξήγηση που βρίσκουν γι’ αυτό τον βιασμό, συνάγεται από συμπεριφορές που όζουν «πρακτοριλίκι». Δεν είναι μυστικό ότι ο «ξένος παράγων» θέλει από το ελλαδικό κρατίδιο να απεμπολήσει εσπευσμένα την ελληνικότητα της Κύπρου, της Μακεδονίας, του Αιγαίου – τουλάχιστον.

Ολα έχουν μια τιμή. Εκτός από την καβαφική ελληνικότητα.

Απο την Καθημερινη gr.7-2-2010

Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2010

The answer my friend.....

O χρόνος για τος Μετα-έλληνες
Του Χρ. Γιανναρά.



.......Μόνο ο άνθρωπος έχει την ικανότητα του χρονίζειν, τη λογική ικανότητα: Να καθιστά τον υλικό κόσμο λόγο υπαρκτικά αυτόνομο, ενεργούμενη άρνηση της Αιτιώδους Αρχής του, χρονικότητα φθοράς και θανάτου. ΄Η να τον μεταβάλλει σε «λογικό τόπο» ερωτικού γεγονότος, ευχαριστιακής αναφοράς των αισθητών στο «νόημά» τους, οδηγώντας χρόνο και κίνηση σε πληρότητα γιγνόμενου παρόντος – σε «αεικίνητον στάσιν και στάσιμον ταυτοκινησίαν περί το ταυτόν και εν και μόνον».

Η κατάθεση προτάσεων νοηματοδότησης του χρόνου, και της ύπαρξης στον χρόνο, ήταν πάντοτε το υπούργημα ή η ειδοποιός διαφορά που έδινε ταυτότητα στους Ελληνες. Στα τετρακόσια χρόνια κάτω από τον τουρκικό ζυγό η συνείδηση του υπουργήματος διαφυλάχτηκε, αλλά η πανανθρώπινη δυναμική του «απέσβετο». Και στη συνέχεια, η κατάρα του εθνικισμού, εκατόν ογδόντα εννέα χρόνια τώρα, εξάλειψε τη συνείδηση του οικουμενικού υπουργήματος, μετάλλαξε τον Ελληνισμό σε βαλκανική επαρχία. Σήμερα η αναίδεια του πρωτογονισμού, η υστερία της ιδιοτέλειας, η καφρική αγραμματοσύνη δεν αφήνουν πια περιθώριο να διασωθεί «το άριστον εκείνο», η ελληνικότητα, που «ιδιότητα δεν έχ' η ανθρωπότης τιμιοτέραν». Οι ταγοί της χώρας ανελλήνιστοι ώς το μεδούλι, καταστρέφουν μεθοδικά την ιστορική συνείδηση, την πολιτιστική ευαισθησία, τη γλώσσα, την αξιοπρέπεια των ακόμα Ελληνόφωνων.

Σε ποιους να κομίσει «νόημα» του χρόνου σήμερα η γλώσσα του Ηράκλειτου, του Αριστοτέλη, του Μαξίμου;

απο http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_03/01/2010_385503